Σελίδες

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

ΚΑΤΑΚΕΡΑΥΝΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΛΥΓΕΡΟ ΠΟΥ ΖΗΤΑ ΤΗ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ!

Κριτική Αξιολόγηση βιβλίου Σταύρου Λυγερου Κυπριακο Η Αιρετική Λύση από την Δρ. Ερατώ Κ. Μαρκουλλή τέως Υπ. Εξωτερικών

Κλείνοντας την παρέμβαση μου θα ήθελα να τονίσω ότι η πρόταση του κ. Λυγερού δεν είναι καλοδεχούμενη, όχι μόνο γιατί η μεγάλη πλειοψηφία του Κυπριακού λαού επιθυμεί την ειρηνική συμβίωση των κοινοτήτων της Κύπρου στην κοινή μας πατρίδα, αλλά κυρίως γιατί δεν μάθαμε να απεμπολούμε έτσι εύκολα εδάφη της ...

πατρίδας μας που μας κληροδότησαν πρόγονοι μας εδώ και χιλιάδες χρόνια, ούτε να παραδινόμαστε στις απειλές και εκβιασμούς της Τουρκίας. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε όσο χρειαστεί μέχρι την απελευθέρωση από την κατοχή, μέχρι την επανένωση του κράτους και του λαού μας.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ
"ΚΥΠΡΙΑΚΟ: Η ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΛΥΣΗ»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΡ. ΕΡΑΤΩ ΚΟΖΑΚΟΥ-ΜΑΡΚΟΥΛΛΗ
ΤΕΩΣ ΥΠΟΥΡΓΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
20.1.2015, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Τα τελευταία χρόνια ακούγονται φωνές τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό για λύση διχοτόμησης ή λύση δύο ανεξάρτητων κρατών στην Κύπρο, που εκφράζεται από κάποιους με τη γνωστή φράση «εκείνοι από εκεί και εμείς από εδώ». Βέβαια μη ξεχνάμε ότι η διχοτόμηση ή λύση δύο κρατών ήταν και παραμένει πάγιος στόχος της Τουρκικής πλευράς, που ενώ υπέγραφε συμφωνίες για ομοσπονδιακή λύση, στην ουσία αυτό που προωθεί είναι λύση συνομοσπονδίας, δηλαδή λύση δύο ανεξάρτητων κρατών με μια κοινή δραστηριότητα σε ένα μικρό αριθμό θεμάτων, έχοντας βέβαια κατά νου το διαζύγιο, που είναι και ο τελικός στόχος.
Αυτές τις προθέσεις η Τουρκία δεν τις έκρυβε ποτέ. Δεν θα πάω πολύ πίσω στο παρελθόν σε περιόδους που το Κυπριακό θεωρείτο ότι είχε λυθεί με την Τουρκική εισβολή, αλλά θα υπενθυμίσω τις πιο πρόσφατες δηλώσεις του νέο-Οδωμανικού διδύμου Ερντογάν-Νταβούτογλου. Στις 28 Μαρτίου 2013, εν μέσω κουρέματος και οικονομικής κρίσης στην Κύπρο, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Νταβούτογλου είπε: «Η Τουρκία είναι έτοιμη να διαπραγματευτεί λύση δύο κρατών στο Κυπριακό πρόβλημα, αν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών για την εγκαθίδρυση μιας κοινής επιτροπής για τον πλούτο από το φυσικό αέριο αποτύχουν». Ο Recep Tayyip Erdogan σε επίσημες δηλώσεις κατά την πρώτη μετά την εκλογή του στην Προεδρία επίσκεψη  στα κατεχόμενα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2014, έδωσε επίσης έμφαση στη λύση δύο κρατών. Τα ίδια επανέλαβε λίγες μέρες μετά ο νέος Τούρκος Πρωθυπουργός  Ahmet Davutoglu.
Πληθώρα Τούρκων δημοσιογράφων και Τούρκων συγγραφέων και αναλυτών έχουν στηρίξει διαχρονικά τη λύση δύο κρατών στην Κύπρο, με πρόσφατο το βιβλίο του ΤΚ καθηγητή στο Τέξας,Halil Ibrahim Salih, με τίτλο "Reshaping of Cyprus:A two State Solution", που εκδόθηκε το 2013. 

Παρόμοιες θέσεις είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας σε άρθρα και αναλύσεις έγκυρων διεθνών εντύπων και δεξαμενών σκέψης.

Να θυμίσω την έκθεση του International Crisis Group τον περασμένο Μάρτιο με τίτλο: «Divided Cyprus:Coming to terms on an Imperfect Reality",που προτείνει την εξέταση της επιλογής μιας αμοιβαίως συμφωνημένης ανεξαρτησίας των Τουρκοκυπρίων στα πλαίσια της ΕΕ, που προϋποθέτει βέβαια την εθελοντική συμφωνία των Ελληνοκυπρίων. Σε αντάλλαγμα, η ΤΚ και η Τουρκία θα έπρεπε να επιστρέψουν κατεχόμενο σήμερα έδαφος, όπως για παράδειγμα την πόλη φάντασμα στην  Αμμόχωστο, να συμφωνήσουν στην αποχώρηση όλων ή σχεδόν όλων των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων, στην αποποίηση των διεθνών εγγυήσεων του1960, στην προσφορά εγγυημένων αποζημιώσεων στα πλαίσια μιας συνολικής διευθέτησης του περιουσιακού, στον τερματισμό απαιτήσεων για  παρεκκλίσεις από το Κοινοτικό Κεκτημένο και στην αναγνώριση του ελέγχου εκ μέρους των Ελληνοκυπρίων των θαλασσίων περιοχών νοτίως του νησιού, όπου αποδεδειγμένα υπάρχουν αποθέματα υδρογονανθράκων. Μια τέτοια διευθέτηση κατά το ICG, θα ικανοποιήσει τα βασικότερα «θέλω» τόσο των ελληνοκυπρίων όσο και των τουρκοκυπρίων.
Πολύ πρόσφατα το περιοδικό ECONOMIST, στις 29 Νοεμβρίου 2014, σε άρθρο της σύνταξης με τίτλο «TheCyprus ProblemIntractable-or Insoluble, αφού αναφέρεται στα πρόσφατα αδιέξοδα που δημιουργήθηκαν με τις τουρκικές προκλήσεις στην Κυπριακή ΑΟΖ και στην αναστολή της συμμετοχής της ΕΚ πλευράς στις διαπραγματεύσεις, καταλήγει ότι αντί της ομοσπονδιακής λύσης, που αρκετοί παρατηρητές κρίνουν ότι δεν θα ήταν λειτουργική, θα ήταν καλό να εξεταστεί μια εναλλακτική επιλογή, παραπέμποντας στην έκθεση του ICG και την πρόταση για λύση διχοτόμησης ή δύο κρατών στα πλαίσια της ΕΕ.
Στο ίδιο μοτίβο κινούνται οι κατά καιρούς δηλώσεις του πρώην Υπουργού Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Jack Straw, που είναι ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές των τουρκικών θέσεων.
Στον Κυπριακό και Ελλαδικό χώρο άρχισε επίσης τα τελευταία χρόνια να εισάγεται η συζήτηση, μέσωαρθρογραφίας και εκδόσεων, για δήθεν πλεονεκτήματα της λύσης δύο κρατών, όπως στο βιβλίο του ΑνδρέαΣτεργίου, «Κυπριακό, η λύση των δύο κρατών - το Γερμανικό παράδειγμα», που εκδόθηκε το 2011, καθώς και σειρά άρθρων του Σταύρου Λυγερού τα οποία σήμερα έχουν αναπτυχθεί στη συνολική του πρόταση για το λεγόμενο «βελούδινο ημιδιαζύγιο» που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Κυπριακό-Η Αιρετική Λύση», το οποίο αξιολογούμε σήμερα.
Θα ήθελα ευθύς εξ αρχής και προτού προχωρήσω με την κριτική αξιολόγηση του βιβλίου, να κάνω ξεκάθαρη τη θέση μου. Είμαι κάθετα ενάντια σε τέτοιες προτάσεις γιατί παραμένω ταγμένη στην προάσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία υπηρέτησα για 35 χρόνια. Καθ' όλη τη διπλωματική και πολιτική μου σταδιοδρομία εργάστηκα για τον τερματισμό της κατοχής και για την επανένωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη βάση της λύσης που οικοδομήθηκε από το 1974 μέχρι σήμερα και περιλαμβάνεται στις Συμφωνίες Κορυφής,  στα σχετικά με την Κύπρο ψηφίσματα των ΗΕ, στις αποφάσεις Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων και στο Κοινοτικό Κεκτημένο. Πιστεύω σε αυτή τη βάση λύσης, γιατί πάνω απ' όλα θα πρέπει να διασφαλιστεί η Κυπριακή Δημοκρατία και μέσω της μετεξέλιξης της σε ένα λειτουργικό και γνήσια ομοσπονδιακό κράτος, να αποκατασταθεί η ενότητα, η κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα του και να επανενωθούν ο λαός, οι θεσμοί και η οικονομία του. Πιστεύω ειλικρινά στην ειρηνική συμβίωση μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και παρά τις δυσκολίες και τις οδυνηρές εμπειρίες του παρελθόντος, έχω την βαθειά πεποίθηση ότι μπορούμε με πείσμα και αποφασιστικότητα να πετύχουμε το στόχο μας. 
Θεωρώ σκόπιμο στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω, ότι η ύπαρξη του κυπριακού προβλήματος μέχρι σήμερα είναι αποτέλεσμα:
- Της επιδρομικότητας εναντίον ενός κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους και της βίαιης διαίρεσης μίας χώρας και ενός λαού ως αποτέλεσμα της Τουρκικής στρατιωτικής κατοχής και της παράνομης παρουσίας κατοχικών στρατευμάτων,
- της μαζικής και συνεχιζόμενης παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την κατοχική δύναμη,
- της συστηματικής εφαρμογής πολιτικής εποικισμού και αλλαγής του δημογραφικού χαρακτήρα του νησιού,
- της προσπάθειας προβολής και πολιτικής αναβάθμισης μίας παράνομης αποσχιστικής οντότητας στα κατεχόμενα από την Τουρκία εδάφη, 
Αντιπαραθέτοντας αυτά τα στοιχεία με τις βασικές αρχές, στις οποίες εδράζεται η διεθνής έννομη τάξη, μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει ότι η λύση δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στο πλαίσιο και στην εφαρμογή του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, των διεθνών συμβάσεων και των γενικών κανόνων του διεθνούς δικαίου καθώς και των αποφάσεων του διεθνούς Οργανισμού,  που περιέχουν όλες εκείνες τις πρόνοιες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την επίλυση όλων των πτυχών του προβλήματοςΕξάλλου, είναι γι' αυτό το λόγο που όλες οι Κυβερνήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν υποστηρίξει ότι το Κυπριακό θα πρέπει να επιλυθεί μόνο στο πλαίσιο του ΟΗΕ και στη βάση των ψηφισμάτων του.
Αξίζει να τονιστεί ότι τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών για το Κυπριακό περιέχουν όλες εκείνες τις πρόνοιες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την επίλυση όλων των πτυχών του προβλήματος. Προβλέπουν δηλαδή τον σεβασμό της κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, την αποχώρηση όλων των ξένων στρατιωτικών δυνάμεων, την επιστροφή των προσφύγων και τη διασφάλιση της εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον πληθυσμό της Κύπρου, τον τερματισμό προσπαθειών για αλλαγή του δημογραφικού χαρακτήρα του νησιού, καταδικάζουν την παράνομη ανακήρυξη απόσχισης του κατεχόμενου μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας και καλούν όλα τα κράτη μέλη του Οργανισμού να μη αναγνωρίσουν την αποσχιστικήοντότητα, ούτε να την διευκολύνουν και να την βοηθήσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Τέλος προβλέπουν ότι το Κυπριακό θα πρέπει να λυθεί μέσω διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων κάτω από τις καλές υπηρεσίες του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ και η λύση πρέπει ναβασίζεται «σε ένα Κράτος της Κύπρου, με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία υπηκοότητα, με διασφάλιση της ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας του και το οποίο να περιλαμβάνει δύο πολιτικά ίσες κοινότητες όπως καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του ΣΑ, σε μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, και που να αποκλείει ένωση ολόκληρης ή μέρους της νήσου με οποιαδήποτε άλλη χώρα ή οποιαδήποτε μορφή διχοτόμησης ή απόσχισης». 
Ας δούμε όμως τώρα την πρόταση του κ. Λυγερού για το «βελούδινο ημιδιαζύγιο», η οποία θα πρέπει να πω ότι κινείται στις ίδιες ακριβώς γραμμές που χάραξε η έκθεση του International CrisisGroup, σε μερικά μάλιστα σημεία διαβάζοντας το είχα την έντονη αίσθηση ότι χρησιμοποιείται η ίδια λογική και επιχειρηματολογία με διαφορετική βέβαια φρασεολογία. Οι ομοιότητες είναι εντυπωσιακές.
Ο κ. Λυγερός κτίζει την πρόταση του πάνω στην ανάγκη για αναθεώρηση της στρατηγικής από μηδενική βάση, δηλαδή την εγκατάλειψη του μέχρι σήμερα πλαισίου λύσης του Κυπριακού που δεν είναι άλλο από τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία και την αναζήτηση λύσης στο πλαίσιο δύο ανεξαρτήτων Κυπριακών κρατών εντός της ΕΕ, ικανοποιώντας με τον τρόπο αυτό κατά την άποψη του, τα βασικά "θέλω"των δύο κοινοτήτων, όπως είναι ακριβώς και η πρόταση του ICG.

Δεν θα μπω σε λεπτομέρεια στο καθένα από τα μέρη της πρότασης, αλλά θα προχωρήσω αμέσως στις πιο βασικές παρατηρήσεις μου και στην επισήμανση των κινδύνων που ελλοχεύουν από την τυχόν αποδοχή μιας τέτοιας πρότασης από την πλευρά μας.
1)     Απομάκρυνση μας από την μέχρι σήμερα βάση λύσης του Κυπριακού και τυχόν αποδοχή διαπραγμάτευσης της πρότασης για ανεξαρτησία και διεθνή αναγνώριση ΤΚ κράτους, θα οδηγούσε στην κατάρρευση ολόκληρου του οικοδομήματος που για δεκαετίες έχουμε κτίσει με βάση το διεθνές δίκαιο, τον Χάρτη των ΗΕ και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Αυτό θα αποδυνάμωνε την Κυπριακή Δημοκρατία και θα την έκανε όσο ποτέ άλλοτε ευάλωτη στις ορέξεις και επεκτατικές επιδιώξεις της Τουρκίας.  Θα χάναμε επίσης τα όποια ερείσματα στη διεθνή κοινότητα.

2)      Παραδέχεται ο συγγραφέας ότι η Τουρκία δεν θα αποδεχθεί τις προϋποθέσεις ΤΚ ανεξαρτησίας που συνδέονται με την πρόταση του γιατί θα την αποξένωναν και θα την απαγκίστρωναν από την στρατιωτική της παρουσία στην Κύπρο και τις πολιτικο-οικονομικές επενδύσεις και τετελεσμένα που έχει δημιουργήσει τα τελευταία 40 χρόνια. Εξάλλου, ο νυν Πρωθυπουργός της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου στο βιβλίου του «Το Στρατηγικό Βάθος» το είχε πει ξεκάθαρα: «Ακόμα και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, (δηλαδή στην Κύπρο), η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα Κυπριακό ζήτημα. Καμία χώρα δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη σε ένα τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου». Έχει αποδειχθεί μέσα από διαχρονικές τουρκικές ενέργειες ότι το απαράδεκτο status quo, που δημιουργήθηκε με την παράνομη χρήση στρατιωτικής βίας και την κατοχή εδάφους, συντηρείται για να εξυπηρετούνται τα τουρκικά στρατηγικά συμφέροντα και επιδιώξεις. Όμως, ο συγγραφέας ενώ αναγνωρίζει ότι η Άγκυρα θα έσπευδε να απορρίψει ένα «βελούδινο ημιδιαζύγιο», όπως το προτείνει στο βιβλίο του, εν τούτοις θεωρεί ότι με την άρνηση της η Τουρκία θα χρεωνόταν το κόστος μιας απόρριψης και επομένως της μη λύσης και αυτό το θεωρεί ως κέρδος για την ΕΚ πλευρά. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που έχει σημασία δεν είναι αν θα έχει κόστος ή όχι η Τουρκία, η οποία σήκωσε διαχρονικά το πολύ μεγαλύτερο κόστος των εγκλημάτων της και το άντεξε με την ανοχή της διεθνούς κοινότητας. Στην πραγματικότητα αυτό που μετρά είναι ότι δεν θα έχουμε τελικά λύση. Επομένως, χωρίς λύση θα παραταθεί στο διηνεκές το σημερινό status quo, με όλες τις καταστροφικές συνέπειες της de facto διχοτόμησης. Η Τουρκία δηλαδή, θα μπορεί ανενόχλητα να κουβαλήσει πολλαπλάσιο αριθμό εποίκων για να δημιουργήσει την κριτική μάζα που θα εξυπηρετεί τους μακροχρόνιους στόχους της, θα συνεχίσει και θα μπορεί ανεξέλεγκτα να αυξήσει την στρατιωτική της παρουσία στο νησί και θα συνεχίσει τον σφετερισμό ΕΚ περιουσιών και την τουρκοποίηση του νησιού. Το πιο σοβαρό, όμως, είναι ότι εφόσον το οικοδόμημα των ψηφισμάτων του ΟΗΕ θα έχει καταρρεύσει, με την εγκατάλειψη εκ μέρους μας του πλαισίου των ΗΕ, Η Τουρκία θα μπορεί πλέον, χωρίς ουσιαστικά εμπόδια, να προωθήσει την διεθνή αναγνώριση της αποσχιστικής οντότητας. Σε τέτοια περίπτωση, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ισλαμικές χώρες, και όχι μόνο, θα έσπευδαν να την αναγνωρίσουν.

3)      Κατά την άποψη του συγγραφέα η τυχόν απόρριψη μιας τέτοιας πρότασης εκ μέρους της Άγκυρας θα επέφερε ρήγμα στις σχέσεις της με τους ΤΚ, οι οποίοι επιθυμούν την ανεξαρτητοποίηση τους και την ένταξη στην ΕΕ. Όμως, είναι τοις πάσι γνωστό ότι οι ΤΚ αποτελούν σήμερα μια μικρή μειονότητα στον πληθυσμό των κατεχομένων περιοχών και η παρουσία των Τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και εποίκων δεν τους επιτρέπει να έχουν μια ανεξάρτητη πολιτική βούληση. Εξάλλου, έχει αποδειχθεί διαχρονικά πόσο «αναλώσιμους» θεωρεί η Τουρκία τους ΤΚ και πώς ολίγον την ενδιαφέρει για τα πραγματικά συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων. Κατά την άποψη μου, σε καμία περίπτωση δεν θα συναινούσε η Τουρκία στην ένταξη ενός ΤΚ κράτους στην ΕΕ, χωρίς την εξασφάλιση και της δικής της ένταξης και των δικών της στρατηγικών συμφερόντων στο νησί.

4)      Η πρόταση του συγγραφέα  για την ένταξη δύο Κυπριακών κρατών στην ΕΕ συνοδεύεται από ένα αριθμό περιορισμών που στην ουσία ακυρώνουν την όποια κυριαρχία. Σύμφωνα με την εν λόγω πρόταση τα δύο Κυπριακά κράτη θα έχουν μόνο μία ψήφο, μέσω της συγκρότησης μιας ένωσης, της Κυπριακής Συμπολιτείας. Οι διευθετήσεις που περιγράφονται στην πρόταση, περί δήθεν συμμετοχής των ΕΚ και ΤΚ εκπροσώπων σε όλα τα κοινοτικά όργανα, αλλά με μια ψήφο, είναι εντελώς εξωπραγματικές. Η ΕΕ έχει κατ' επανάληψη τονίσει ότι μόνο ένα Κυπριακό κράτος, η Κυπριακή Δημοκρατία, μπορεί να είναι μέλος της ΕΕ, το οποίο μάλιστα έχει ενταχθεί με την συνθήκη προσχώρησης με όλο το έδαφος του, όπως περιγράφεται στο Σύνταγμα του 1960. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπάρχει μόνο μία θέση που προορίζεται για τον Αρχηγό του Κράτους ή της Κυβέρνησης κάθε κράτους μέλους και δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να επιτραπεί στην Κύπρο να συμμετέχει με δύο εκπροσώπους. Το ίδιο θα ίσχυε και για τα άλλα όργανα της ΕΕ. Είναι ποτέ δυνατό τα κράτη μέλη της ΕΕ να αποδέχονταν την εκπροσώπηση της Κύπρου με δύο Επιτρόπους στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ή να εκλέγονται Ευρωβουλευτές που να εκπροσωπούν δύο κυπριακά κράτη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο; Αυτά είναι πραγματικά αδιανόητα και κινούνται στο επίπεδο μιας επικίνδυνης επιστημονικής φαντασίας. Το πιο σοβαρό όμως όσο αφορά αυτή τη διευθέτηση είναι ότι στην πράξη η Κυπριακή Συμπολιτεία θα καταντούσε να είναι μια ανύπαρκτη, προβληματική και ευνουχισμένη οντότητα στα πλαίσια της ΕΕ, εφόσον χωρίς οποιαδήποτε κοινή κυβέρνηση τα δύο Κυπριακά κράτη ουδέποτε θα συμφωνούσαν και η ψήφος της Συμπολιτείας θα θεωρείτο «ουδέτερη».

5)      Τέλος, οι πολυάριθμες αναφορές στο βιβλίο του Σταύρου Λυγερού στο Σχέδιο Ανάν, σκοπό έχουν, κατά την άποψη μου, να καλλιεργήσουν τον «μπαμπούλα» ενός επικείμενου κινδύνου επιβολής ενός νέου σχεδίου τύπου Ανάν, ούτως ώστε το «βελούδινο ημιδιαζύγιο» του συγγραφέα να μπορεί να πλασαριστεί   ως η μόνη εναλλακτική λύση που θα μας σώσει. Αναφέρει μάλιστα σε ένα σημείο του βιβλίου: «οι εν εξελίξει συνομιλίεςΑναστασιάδη-Έρογλου κινούνται στο ίδιο προβληματικό πλαίσιο του Σχεδίου Ανάν, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι αντικείμενο της διαπραγμάτευσης είναι ένα σχέδιο τύπου Ανάν». Θα ήθελα πραγματικά να γνωρίζω από πού ο κ. Λυγερός συμπεραίνει τόσο αυθαίρετα ότι αντικείμενο της διαπραγμάτευσης είναι ένα νέο σχέδιο τύπου Ανάν; Ποια είναι η βάση της δημοσιογραφικής του έρευνας; Αυτό που πρέπει να αναφερθεί είναι ότι η φιλοσοφία της όλης προσπάθειας που καταβάλλεται από την ένταξη μας στην ΕΕ το Μάιο του 2004 είναι η συμφιλίωση της ΔΔΟ με την πλήρη εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου και επομένως την πλήρη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων πολιτών, κάτι που δεν υπήρχε στην περίπτωση του Σχεδίου Ανάν. Όσο αφορά τη διαδικασία στην παρούσα διαπραγμάτευση δεν έχουμε ούτε ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα ούτε επιδιαιτησία που είχαμε στο σχέδιο Ανάν. Η ιδιοκτησία της διαδικασίας είναι Κυπριακή και δεν υπάρχει δυνατότητα παρέμβασης οποιουδήποτε τρίτου με προτάσεις ή ιδέες.
Επομένως, αυτό πού επιδιώκουμε είναι η αναζήτηση λύσης στη βάση που έχει συμφωνηθεί και έχει υιοθετηθεί σε σωρεία ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας, δηλαδή της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα όπως καθορίζεται στα ψηφίσματα σου Συμβουλίου Ασφαλείας.
Γι αυτό θα ήταν καλό να δούμε τι σημαίνουν αυτοί οι όροι, ξεκινώντας από το Ομοσπονδιακό κράτος. Είναι ένα κυρίαρχο σύνθετο κράτος, όπου η εξουσία διαμοιράζεται ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση και τις συστατικές μονάδες. Στο Ομοσπονδιακό κράτος υπάρχουν δηλαδή δύο επίπεδα διακυβέρνησης, το κεντρικό και το περιφερειακό, καθένα των οποίων έχει καθορισμένες εξουσίες (νομοθετικές, εκτελεστικές, δικαστικές), οι οποίες του παραχωρούνται από το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα. Άμεσος φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όσο αφορά το διεθνές δίκαιο είναι το ενιαίο πρόσωπο του Ομοσπονδιακού κράτους και όχι οι επί μέρους συστατικές μονάδες. Η Ομοσπονδία αφορά τόσο τη δομή όσο και τη διαδικασία διακυβέρνησης μιας χώρας, με την οποία επιτυγχάνεται η ενότητα μέσω της συναίνεσης, ενώ ταυτόχρονα διατηρείται η διαφορετικότητα.  Υπάρχουν σήμερα 25 χώρες με ομοσπονδιακά συστήματα διακυβέρνησης, οι λαοί των οποίων αποτελούν το 40 της εκατό του πληθυσμού της γης.
Ο όρος «δικοινοτική» ομοσπονδία, αφορά την συνταγματική πτυχή και ερμηνεύεται ως η αποτελεσματική συμμετοχή των δύο κοινοτήτων στα συνταγματικά όργανα του Ομοσπονδιακού Κράτους. Μια όμως δικοινοτική ομοσπονδία της οποίας η ενότητα του κράτους θα διασφαλίζεται με την μία διεθνή προσωπικότητα, μία κυριαρχία και μία υπηκοότητα, καθώς και την διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας του ομόσπονδου Κυπριακού Κράτους.
Αντιθέτως ο όρος  «διζωνική»  δεν περιέχεται ούτε στην Πρώτη ούτε στην Δεύτερη συμφωνία Κορυφής του 1979. Για πρώτη φορά εισήχθηκε επίσημα στην ορολογία των ΗΕ στις 9 Αυγούστου 1980, με την εναρκτήρια δήλωση του τότε Γενικού Γραμματέα Κούρτ Βαλντχαϊμ ο οποίος διευκρίνισε ότι «τα δύο μέρη επαναβεβαίωσαν την στήριξη τους για μια ομοσπονδιακή λύση της συνταγματικής πτυχής και μια διζωνική λύση της εδαφικής πτυχής του κυπριακού κράτους». Είναι λοιπόν ξεκάθαρο από την πιο πάνω δήλωση ότι ο όρος διζωνικότητα αφορά την εδαφική πτυχή και κυρίως το γεγονός ότι η κάθε ομόσπονδη μονάδα θα διοικείται από την αντίστοιχη κοινότητα, όπως προβλέπεται άλλωστε ρητώς στο άρθρο 2 της Πρώτης Συμφωνίας Κορυφής.
 Η Τουρκική πλευρά έδωσε έκτοτε την δική της ερμηνεία στον όρο διζωνικότητα εννοώντας δύο χωριστές ζώνες, δύο εθνικά ομοιογενείς περιοχές, δηλαδή μία αμιγώς Τουρκοκυπριακή και μία αμιγώς Ελληνοκυπριακή, τόσο όσο αφορά τον πληθυσμό όσο και την ιδιοκτησία περιουσίας.  Η πλευρά μας ποτέ δεν αποδέχτηκε την τουρκική ερμηνεία και επέμενε πάντοτε στο δικαίωμα επιστροφής και στην διασφάλιση των τριών ελευθεριών, περιλαμβανομένου του δικαιώματος περιουσίας. Διαχωρισμός στην βάση εθνικών ή θρησκευτικών κριτηρίων θα ήταν ενάντιος σε κάθε έννοια και αρχή ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως διασφαλίζονται από τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις.  Ταυτόχρονα, δεν θα συνέβαλλε στον στόχο της επανένωσης αλλά θα παγίωνε τη διχοτόμηση. 
Ο όρος της πολιτικής ισότητας έχει καθορισθεί με σαφήνεια από τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα των ΗΕ σε αρκετές εκθέσεις του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας και έχει υιοθετηθεί επανειλημμένα από ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ. Σύμφωνα με αυτό τον ορισμό πολιτική ισότητα δεν συνίσταται στην ίση αριθμητική συμμετοχή των δύο κοινοτήτων, όπως πάγια απαιτεί η Τουρκική πλευρά, αλλά μεταξύ άλλων στην αποτελεσματική συμμετοχή στα όργανα και αποφάσεις της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, όπως ισχύει βεβαίως, και σε όλα τα υφιστάμενα ομοσπονδιακά συστήματα.
Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα όπως περιγράφεται στα ψηφίσματα του ΣΑ, ήταν μεν ένας ιστορικός και επώδυνος συμβιβασμός, όμως σε καμία περίπτωση δεν συμφωνήσαμε ή θα αποδεχθούμε  οτιδήποτε το οποίο δεν θα είναι μια γνήσια ομοσπονδιακή λύση με την οποία θα επιτυγχάνεται η ενότητα του κράτους, του λαού, των θεσμών και της οικονομίας και δεν θα διασφαλίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των νομίμων κατοίκων του νησιού, η εφαρμογή του Κοινοτικού Κεκτημένου, η λειτουργικότητα της λύσης στα πλαίσια της ΕΕ, η ασφάλεια του κράτους και των πολιτών και η πλήρης απεξάρτηση από την Τουρκία και τις επεκτατικές της βλέψεις.
Κλείνοντας την παρέμβαση μου θα ήθελα να τονίσω ότι η πρόταση του κ. Λυγερού δεν είναι καλοδεχούμενη, όχι μόνο γιατί η μεγάλη πλειοψηφία του Κυπριακού λαού επιθυμεί την ειρηνική συμβίωση των κοινοτήτων της Κύπρου στην κοινή μας πατρίδα, αλλά κυρίως γιατί δεν μάθαμε να απεμπολούμε έτσι εύκολα εδάφη της πατρίδας μας που μας κληροδότησαν πρόγονοι μας εδώ και χιλιάδες χρόνια, ούτε να παραδινόμαστε στις απειλές και εκβιασμούς της Τουρκίας. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε όσο χρειαστεί μέχρι την απελευθέρωση από την κατοχή, μέχρι την επανένωση του κράτους και του λαού μας.


Δρ. Ερατώ Κοζάκου-Μαρκουλλή
Τέως Υπουργός Εξωτερικών
και Πρώην Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων
της Κυπριακής Δημοκρατίας


erato@marcoullis.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου