Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΙ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΑΣΗ! ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ GERALDO GIOFARI!

Μία από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες εμβληματικές μορφές του χριστιανισμού της πρώτης περιόδου υπήρξε ο Άγιος Νικόλαος, γεννηθείς το πρώτο μισό του 3ου αιώνα εις την περιοχή των Πατάρων Λυκίας της Μικράς Ασίας. Πέτυχε μέσα από τη δράση και το ανθρωπιστικό του έργο να αναγνωριστεί ως μία από τις επιφανέστερες προσωπικότητες της εποχής του, η φήμη του οποίου συνέχισε αμείωτη ακόμη και ύστερα απ’τον θάνατό του.
Γόνος εξαιρετικά πλούσιας οικογένειας και επιμελούς μορφώσεως, αφοσιώθηκε από πολύ νωρίς στον Θεό, όταν μεταβείσας στο Ιεροσόλυμα...

για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό και τον Πανάγιο Τάφο, επιστρέφοντας στην πατρίδα του εχειροτονήθει ιερέας, ενώ σύντομα διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο τον αποθανόντα επίσκοπο Μύρων της Λυκίας. Ευσυνείδητος καθώς υπήρξε επί του χριστιανικού του έργου, ο Νικόλαος έφερε εις πέρας έναν μεγάλο αριθμό αγαθοεργών πράξεων, ιδρύοντας νοσοκομεία όπως και διάφορα φιλανθρωπικά καταστήματα.
Εκτός από την πλούσια ανθρωπιστική δράση του, συγκαταλέγονται επίσης εξορίες από τους Ρωμαίους λόγω της στάσης του απέναντι στον διωκόμενο τότε χριστιανισμό, όπως και η συμμετοχή του στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας κατά το έτος 325.
Ο Νικόλαος έχοντας αποκτήσει αγιοποιημένη πλέον υπόσταση και μορφή μετά από τον θάνατό του, δείχνει να περιβάλλεται από ένα πλήθος θαυμάτων, ενώ η προστατευτική του δύναμη εκτείνεται σ’όλες τις θάλασσες όπου οι πλέοντες και ταξιδεύοντες ναυτικοί τον θεωρούν προστάτη τους, και τον επικαλούνται σε κάθε περίπτωση κινδύνου. Εκοιμήθει το 330 και το σκήνωμά του λίγους αιώνες αργότερα, κατά το έτος 1087, μεταφέρθει από τη γενέθλια γή του, στο Μπάρι της Ιταλίας, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα τοποθετημένο στην κρύπτη ενός μεγαλοπρεπούς ναού, τη Βασιλική του αγίου Νικολάου του Μπάρι.
Το πόνημα που παρουσιάζω στη συνέχεια είναι μία συνδυαστική διάταξη επιμέρους προσεγγίσεων που στο σύνολό τους προσπαθούν ν’απεικονίσουν την τελική ολική Του υπόσταση, όχι όμως από την πλευρά της αντίληψης του εκάστοτε δογματικού τρόπου σκέψης, δηλαδή του Ορθόδοξου ή του Καθολικού, αλλά ως μία αμιγώς οικουμενική οντότητα που εδώ και αρκετούς αιώνες συμβάλλει στη γεφύρωση των οποιονδήποτε επιμέρους διαφορών.
Το συγκεκριμένο σύγγραμμα μέσα από τη θεολογική, την ιστορική και τη δημοσιογραφική του διάσταση επιχειρεί να σκιαγραφήσει την ενοποιητική υπόσταση του αγίου Νικολάου, καθώς και τις σημαντικότατες προσπάθειες που γίνονται προς αυτήν την κατεύθυνση από την πλευρά κάποιων φωτισμένων ανθρώπων, που παραμερίζοντας τις όποιες διαφορές αγωνίζονται ακατάπαυστα προς την επίτευξη αυτού του σκοπού. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω τον πατέρα Geraldo Ciofari για τη συνέντευξη που μου παραχώρησε στις 9 Ιουλίου (2015) και ώρα 6 το απόγευμα, κατά τη διαμονή μου στο μοναστήρι της Δομηνικανής αδελφότητας του αγίου Νικολάου του Μπάρι. Ο πατέρας Geraldo με την παράθεση σημαντικών προφορικών και έντυπων πληροφοριών σχετικά με ότι συνθέτει τόσο τον ίδιο τον άγιο, όσο και τις ευρύτερες λειτουργικές δομές που τον περιβάλλουν, συνετέλεσε καθοριστικά στην προσπάθειά μου πάνω στην αναζήτηση και μελέτη στοιχείων, που συνολικά σκιαγραφούν και συνθέτουν τον ίδιο τον άγιο Νικόλαο ως σύμβολο ενός ενιαίου και αδιαίρετου χριστιανισμού.
Η διαδικασία μεταφοράς των λειψάνων του αγίου Νικολάου από τη Μύρα (αρχαία πόλη της Λυκίας) της Μικράς Ασίας στο Μπάρι της Ιταλίας θεωρείται ένα κεφαλαιώδες χρονικό σημείο της χριστιανικής ιστορίας, που μετά την πραγματοποίησή της ενδυνάμωσε ακόμη περισότερο τη χριστιανική πίστη στην Ευρώπη της μέσης μεσαιωνικής περιόδου. Θεωρείται ένα γεγονός τα αποτελέσματα του οποίου επέτειναν και ώθησαν ακόμη περισότερο τη γενική αποδοχή προς το πρόσωπό Του, φτάνοντας συν τω χρόνω έως τ’απώτατα σημεία του τότε χριστιανικού γεωγραφικού ορίζοντα. Μέχρι το 1087, χρονιά που πραγματοποιήθηκε η μεταφορά των οστών του αγίου Νικολάου, το σώμα του ήδη εδώ και 750 χρόνια αναπαυόταν σ’αυτήν τη μικρή πόλη, ήτοι διακόσιες περίπου Ολυμπιάδες από τον θάνατό του και 762 χρόνια μετά την Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας. Ενδεικτικό επίσης σημείο μεγάλης αναφορικής σημασίας που ισχυροποιούσε την αγιοποιητική του υπόσταση ήταν η αδιάλειπτη ενστάλαξη μύρου από τα οστά του εντός ενός γυάλινου φυαλιδίου, για το οποίο εδω κ’αιώνες υπεύθυνοι ήταν οι βυζαντινοί μοναχοί του ναού στο εσωτερικό του οποίου βρισκόταν ο τάφος όπου αναπαυόταν ο επίσκοπος της Μύρας.
arte nicolaiana.2Λυκία ονομάζεται το νοτιοδυτικό άκρο της Μικράς Ασίας, ενώ η πόλη της Μύρας, με ιστορία που ανάγεται στους αρχαίους χρόνους, κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα σημείωσε μεγάλη ακμή σε όλους τους συνθετικούς τομείς που όριζαν την ευρύτερη λειτουργία της.
Τα δύο πρόσωπα που συνετέλεσαν στη μεγάλη της ανάπτυξη ήταν ο Νικόλαος που την περίοδο εκείνη διατελούσε καθήκοντα επισκόπου, καθώς και ο βυζαντινός αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο 2ος. Οι δύο αυτές ιστορικές προσωπικότητες ήταν εκείνες που συνετέλεσαν ριζικά στη γενική ευμάρεια, όχι μόνο της πόλης αλλά και ολόκληρης γενικά της περιοχής.
Την περίοδο που πραγματοποιήθηκε η μεταφορά των ιερών λειψάνων η Μύρα, όπως και ο ευρύτερος χώρος, βρισκόνταν υπό την κυριαρχία των Τούρκων – λίγα χρόνια νωρίτερα, κατά το έτος 1071, η Βυζαντινή αυτοκρατορία υπέστη βαρύτατη στρατιωτική ήττα στη μάχη του Μαντζικέρτ (η συγκεκριμένη ατυχής έκβαση στο πεδίο της μάχης από πολλούς ιστορικούς θεωρείται ίσως η μεγαλύτερη καταστροφή στην ευρωπαϊκή ιστορία), σημαίνοντας εν συνεχεία τη σταδιακή επέκταση των Σελτζούκων Τούρκων και στη Μικρά Ασία.
Όταν οι ναυτικοί από το Μπάρι έφτασαν με τα πλοία τους στη Μύρα, ήδη οι βυζαντινοί εξαιτίας της ταυτόχρονης κυριαρχικής και γεωγραφικής προόδου των Τούρκων απώλεσαν τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της Μικράς Ασίας, συμπεριλαμβανομένης και της περιοχής της Λυκίας, στην οποία βρισκόνταν θαμμένο το σώμα του αγίου Νικολάου.
Σχετικά με τα αίτια της διακόμησής του από τη Μύρα στο Μπάρι, δύο μπορούν να προσδιοριστούν ως κύρια και θεμελιώδους αναφορικής σημασίας.

Το πρώτο απορρέει από την αναπόφευκτη πτώση της Αντιόχειας κατά το έτος 1085, και το πέρασμά της υπό την κυριαρχική εξουσία των Τούρκων∙ την περίοδο εκείνη μαζί με το Μπάρι ήταν τα σημαντικότερα εμπορικά λιμάνια και κέντρα της Μεσογείου, και με την κατάκτησή της από τους μουσουλμάνους, ένα μεγάλο μέρος του εμπορίου πέρναγε πλέον στα δικά τους χέρια. Αυτή η εξέλιξη είχε σαν αποτέλεσμα την επιτάχυνση της εδώ και καιρό αδιάλειπτης εξάπλωσης των Τούρκων σε ένα και όλο μεγαλύτερο γεωγραφικό εύρος του τότε μεσογειακού χώρου, περιλαμβάνοντας όπως είναι φυσικό και αρκετές περιοχές της Μικράς Ασίας. Επίσης, η άρχουσα αστική τάξη του Μπάρι άρχισε να διακρίνει ότι τα νέα αυτά δεδομένα οδηγούσαν ραγδαία την κατάσταση σε όλο και περισσότερο επικίνδυνες ατραπούς, κάνοντας το εμπορικό μέλλον της πόλης τους ακόμη πιό αβέβαιο προκαλώντας σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις, μιάς και οι βυζαντινοί δεν μπορούσαν πλέον ν’αναχαιτίσουν τις τουρκικές επιδρομές τόσο στη Μικρά Ασία όσο και γενικά στα παράλια της ανατολικής Μεσογείου – στο σημείο που του σώμα το αγίου Νικολάου αναπαυόταν, μαίνονταν από την πλευρά των βαρβάρων λεηλασίες και ληστρικές επιδρομές, χωρίς όμως να υπάρχει κάποιο πραγματικό ενδιαφέρον στήριξης των εκεί περιοχών από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό, και αυτό διότι, πίστευε πως ο πραγματικός κίνδυνος προερχόταν από τη Δύση, και συγκεκριμένα από τους Νορμανδούς, θεωρώντας ακόμη ότι βασική τους πρόθεση ήταν η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Αν και η Μικρά Ασία ανήκε στις βυζαντινές κτήσεις, πρακτικά τελούσε υπό τον έλεγχο των Τούρκων επιδρομέων, εμπνέοντας έναν διαρκή φόβο από την πλευρά των κατοίκων του Μπάρι και για την τύχη των λειψάνων του αγίου Νικολάου (πέρα δηλαδή των οποιονδήποτε εμπορικών συνεπειών). Η βαθιά αφοσίωση της πόλης προς εκείνον υπήρξε τόσο έντονος ώστε τ’όνομα Nicola να είναι διαδεδομένο σε τόσο μεγάλο βαθμό, όσο και το όνομα Giovanni (Ιωάννης), δίνοντάς το σε έναν ευρύτατο αριθμό όχι μόνο φυσικών προσώπων, αλλά και τοπονυμίων. Ένα σημείο που καθόριζε την ενίσχυση της πίστης προς το πρόσωπό Του οφειλόταν και στο γεγονός ότι το Μπάρι, όπως και η ευρύτερη περιοχή της Απουλίας (Puglia), υπήρξαν επαρχία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, προκαλώντας κατ’αυτόν τον τρόπο μία ροή πολιτιστικών επιδράσεων από τις ανατολικές προς τις δυτικές επαρχίες.
Η δεύτερη αιτία που οδήγησε στην απόφαση πραγματοποίησης της επιχείρησης μεταφοράς του σκηνώματος του Αγίου Νικολάου, αφορούσε τις πολιτικοοικονομικές μεταβολές που επήλθαν όταν η Απουλία – πρωτεύουσα της οποίας είναι το Μπάρι – πέρασε υπό την εξουσία των Νορμανδών. Αυτή η εξέλιξη σταδιακά προκάλεσε τον μαρασμό της πόλης του Μπάρι, χάνοντας ένα σημαντικότατο μέρος από την παλιά του δόξα (την περίοδο που οι βυζαντινοί διατηρούσαν κτήσεις στην Ιταλία, υπήρξε πρωτεύουσα των νότιων ιταλικών επαρχιών) – ύστερα από τρία χρόνια διαρκούς πολιορκίας από τους Νορμανδούς, τελικά το 1071 η πόλη κετελήφθη, με αποτέλεσμα το διοικητικό κέντρο να μεταφερθεί στο Σαλέρνο. Η λατινοποίηση της πρώην βυζαντινής επαρχίας από τους νέους της κατακτητές, δεν έκανε το Μπάρι να χάσει σε πολιτισμικό πεδίο τον ανατολικό του προσανατολισμό (έστω και υπό μερικής επίδράσεως).
Αυτή η νέα κατάσταση ήταν που οδήγησε τους ανώτατους άρχοντες, εφόσον είχε πάψει να υφίσταται οποιουδήποτε άλλου είδους πολιτική και οικονομική υπεροχή, στο να αναζητήσουν κάτι καινούργιο που θα έδινε ξανά ζωή στην πόλη τους μέσα σ’ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο. Έτσι αποφασίστηκε να προσδωθεί στο Μπάρι μία διαφορετικού είδους αναγνωρισιμότητα, εκείνη της θρησκευτικής, το βεληνεκές της οποίας θα έφτανε έως τις εσχατιές του τότε χριστιανικού κόσμου. Με αυτήν την προσδοκία, η αστική αριστοκρατια του Μπάρι αποφάσισε να εκπονήσει ένα σχέδιο υψηλού ρίσκου που θα ήταν η μεταφορά του ιερού σκηνώματος του αγίου. Επιχειρήσεις τέτοιου τύπου λάμβαναν χώρα κατά την περίοδο του Μεσαίωνα. Αρκεί να δει κανείς τη μεταφορά των λειψάνων του αγίου Μάρκου από τους Ενετούς ή του αγίου Ματθαίου από τους κατοίκους του Σαλέρνο. Τα οφέλη από την επίτευξη αυτού του εγχειρήματος θα προκαλούσαν μία συνεχή προσέλευση πιστών προς το Μπάρι, προσδιορίζοντάς το ως ένα ισχυρό και διακριτό κέντρο της Ευρώπης και της Μεσογείου, αυξάνοντας παράλληλα το τοπικό εμπόριο, και κατ’επέκταση τη γενική ευμάρεια των πολιτών του.
Με αφορμή τα ανωτέρω αίτια ξεκίνησε τελικά η διαδικασία του ταξιδιού που θα μετέφερε τον άγιο Νικόλαο στη νέα του πατρίδα.
Οι ιστορικές αναφορές είναι αρκετά λεπτομερείς ως προς όλες τις διαδικασίες, και τις προκύπτουσες καταστάσεις που εξελίχθηκαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Η παράθεση των πηγών που συνετέλεσαν στη γνωστοποίηση όλων των σχετικών πληροφοριών προέρχεται από τέσσερα κύρια συγγραφικά έργα που στο σύνολό τους αντικατοπτρίζουν εναργώς, και στην ολότητά τους, όλα τα γεγονότα και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι μπαρέζοι ναυτικοί τόσο στο ταξίδι της μετάβασής τους, αλλά αργότερα, και σ’εκείνο της επιστροφής και μεταφοράς του σώματος του οσίου.
Οι συγγραφείς που ήταν υπεύθυνοι για την αποτύπωσή τους, είναι ο Nicephorus με το έργο του ‘’translatio S. Nicolai in Varum’’, ο Johannes Archidiaconus με το εξίσου σημαντικό συγγραφικό έργο με τίτλο ‘’historia translationis sancti Nicolai’’, ενός ανώνυμου Γάλλου συγγραφέα με την ονομασία ‘’translatio s. Nicolai’’ καθώς κι ενός Ρώσου, επίσης άγνωστου, με τον τίτλο ‘’slovo o perenesenii moščej svjatiteja Nikolaja mirlikijskago’’∙ οι συγκεκριμένες πραγματείες γράφτηκαν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα αφ’ης πραγματοποιήθηκε η μετακομιδή των ιερών λειψάνων – επίσης απ’όλες τις πηγές που αναφέρονται σ’αυτό το σημαντικό ιστορικό γεγονός, μονάχα ο ανώνυμος Ρώσος συγγραφέας έδινε μία αμιγώς θρησκευτική χροιά ως προς το εκπονηθέν σχέδιο του ταξιδιού, και αυτό διότι, δεν νοείτω ο άγιος Νικόλαος, σε σχέση με την υλική του ύπαρξη που όριζε κατά ένα μέρος τη συλλογική του υπόσταση, να χαθεί για πάντα εξαιτίας της ιεροσυλίας των απίστων, όταν την περίοδο εκείνη και ανά τακτά χρονικά διαστήματα διαπράττονταν σφαγές, και πάσης φύσεως βιαιοπραγίες στον άμαχο πληθυσμό.
Τελικά στις αρχές του 1087 τρία πλοία αναχωρούν από το λιμάνι του Μπάρι με αρχικό προορισμό, εκείνο της Αντιόχειας, αποτελούμενα από πληρώματα που στο σύνολό τους έφταναν περίπου τους εβδομήντα άνδρες. Ο σκοπός του ταξιδιού φαινομενικά έδειχνε να είναι εμπορικός, όπου στις εκεί τοπικές αγορές θ’αντάλλασσαν δημητριακά με υφάσματα.
Είναι πιθανόν ο λόγος που επιλέχθηκε το συγκεκριμένο λιμάνι σαν ενδιάμεσος σταθμός, εκτός από τη συγκέντρωση πληροφοριών, ίσως για να μην φανερωθεί ο πραγματικός τους σκοπός. Κατά την παραμονή τους όμως εκεί έμαθαν ότι και οι Ενετοί είχαν εκπονήσει σχέδιο για μία παρόμοια αποστολή, με πρόθεση και από τη δική τους πλευρά, τη μεταφορά του αγίου Νικολάου στη Βενετία. Το αποτέλεσμα ήταν οι κυβερνήτες των πλοίων να επισπεύσουν άμεσα το ταξίδι τους προς το λιμάνι της Μύρας.
Φτάνοντας στον προορισμό τους, δύο προσκυνητές που οι ναυτικοί είχαν πάρει μαζί τους από την Αντιόχεια βγήκαν για να κατοπτεύσουν τη γύρω περιοχή, διαβεβαιώνοντας εν συνεχεία ότι όλα εκεί ήταν ασφαλή. Τότε 47 μέλη του πληρώματος κατευθύνονται προς τον ναό, που απείχε μόλις τρία χιλιόμετρα από την ακτή, εντός του οποίου αναπαυόταν ο άγιος Νικόλαος προστατευμένος από τέσσερις βυζαντινούς μοναχούς. Κρατώντας σπαθιά εισέρχονται στην εκκλησία παριστάνοντας τους προσκυνητές. Στη συνέχεια ο ένας εκ των δύο πραγματικών προσκυνητών ζητάει το γυάλινο δοχείο με το μύρο που πήγαζε από τα οστά του αγίου, τ’οποίο όμως παίρνοντάς το στα χέρια του πέφτει στο πάτωμα, χωρίς όμως να σπάσει. Τότε τα μέλη της αποστολής αφού αποκαλύπτονται κάνουν γνωστό στους φύλακες μοναχούς τον πραγματικό σκοπό της επισκέψεώς τους. Τους είπαν ακόμη ότι ήρθαν ως απεσταλμένοι του Πάπα για να πάρουν τον ευσεβή άγιο, και ότι ήταν ακόμη διατεθειμένοι να πληρώσουν για να τον πάρουν. Όπως ήταν φυσικό οι μοναχοί αρνήθηκαν. Εν συνεχεία, και υπό τον φόβο της σωματικής τους ακεραιότητας οδήγησαν τους ναυτικούς στην κρύπτη που φυλασσόταν, ενώ με πόνο και δάκρυα έσκιζαν τα ενδύματά τους ενώ ταυτοχρόνως τραβούσαν τα μαλλιά και τα γένια τους. Βρίσκοντας τον τάφο του εν μακαρίω κοιμωμένου αγίου κ’έχοντας οι ναυτικοί μπλοκάρει την έξοδο του ναού, κάποιος Matteo θραύει τη μαρμάρινη πλάκα κάτω από την οποία βρίσκονταν τα οστά. Όταν η κρύπτη ανοίχτηκε, διαπίστωσαν ότι ήταν πλημμυρισμένη από άγιο μύρο, και το άρωμα που αναδυόταν ήταν τόσο γλυκό και εύοσμο, κάνοντας όσους παρεβρίσκονταν εκεί να έχουν την εντύπωση ότι είναι στον ίδιο τον Παράδεισο, νοιώθοντας παράλληλα να τους αγγίζει ένα θεϊκό φώς λόγω αυτής της γλυκειάς κι ευχάριστης οσμής. Ο Matteo αρχίζει τότε να τα συλλέγει, τοποθετώντας τα μέσα σε ένα ναυτικό σακίδιο, διαπιστώνοντας εν τω μεταξύ ότι αυτά είχαν αποκτήσει ένα χρώμα παρόμοιο με εκείνο του διάπυρου κάρβουνου. Αφού τα λείψανα συνελλέγησαν, αποφασίζουν αμέσως με ένοπλη συνοδεία να τα πάνε προς τα πλοία που τους ανέμεναν στο λιμάνι. Φτάνοντας, δημιουργήθηκε διαφωνία μεταξύ των ανδρών για το ποιό από τα τρία πλοία θα είχε την τιμή να μεταφέρει τον άγιο Νικόλαο, πίσω στο Μπάρι.
Τελικά αποφασίστηκε να είναι εκείνο του Matteo. Ξεπερνώντας και αυτήν τη δυσκολία τα τρία πλοία σηκώνουν άγκυρες για το ταξίδι του γυρισμού, ενώ οι κάτοικοι της Μύρας που πληροφορήθηκαν από τους μοναχούς τι είχε συμβεί, έσπευσαν στην προβλήτα του λιμανιού όπου κλαίγοντας ζητούσαν την επιστροφή του αγίου τους. Τότε οι μπαρέζοι ναυτικοί, αποκρινόμενοι, τους είπαν ότι πίσω είχαν αφήσει το μύρο και την εικόνα Του.

Το ταξίδι της επιστροφής υπήρξε στην αρχή κάθε άλλο παρά εύκολο λόγω των μη ευνοϊκών ανέμων, προκαλώντας προβλήματα εξαιτίας της αναπόφευκτης χρονικής καθυστέρησης. Διαπλέοντας το Αιγαίο και τις ακτές της Πελλοπονήσου, περνώντας στο Ιόνιο φτάνουν τελικά μετά από λίγες μέρες κοντά στο Μπάρι. Τα πλοία όμως δεν προσορμίστηκαν αμέσως στο λιμάνι του, γιατί αποφασίστηκε από τους επικεφαλείς των πληρωμάτων να περάσουν τη νύχτα μέσα σ’έναν μικρό κολπίσκο πέντε μίλια μακρύτερα, τ’όνομα του οποίου ήταν San Georgio (άγιος Γεώργιος). Κατά τη διάρκεια της διανυκτέρευσή τους τοποθέτησαν τα οστά σε ένα μικρό κιβώτιο (σ’όλο το ταξίδι βρίσκονταν τοποθετημένα μέσα σε ένα βαρελάκι για να προστατεύονται από τη φθορά της θάλασσας) κατασκευασμένο από ξύλο, και το εσωτερικό του ήταν επενδυμένο από ακριβό ύφασμα. Την επόμενη μέρα, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 9ης Μαΐου του 1087, έγιναν αντιληπτοί από κάποιους που με τις βάρκες τους έπλεαν εκεί κοντά, οι οποίοι αντιλαμβανόμενοι ποιά πλοία ήταν αυτά, μεταφέρουν γρήγορα το χαρμόσυνο νέο της έλευσης του αγίου Νικολάου στην πόλη τους.
Η στιγμή της αφίξεως του αγίου Νικολάου στο Μπάρι αν και αρχικά ενθουσίασε τους κατοίκους του, εντούτοις υπήρξε και αιτία μετέπειτα προστριβών και διενέξεων για τον ναό που θα τον φιλοξενούσε. Η προκύπτουσα κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο αντίθετες απόψεις, που η κάθε μία από την πλευρά της υποστήριζε μία συγκεκριμένη τοποθεσία εναπόθεσης των λειψάνων. Από τη μία πλευρά οι ναυτικοί υποστήριζαν ότι ο άγιος έπρεπε να είχε προς τιμή του έναν νεόδμητο ναό, και συγκεκριμένα ότι θα έπρεπε να χτιστεί στο σημείο που βρισκόταν η παλιά έδρα του Κατεπάνου – με αυτόν τον όρο προσδιοριζόταν το αξίωμα του διοικητή που είχε υπό την εποπτεία του τις κτήσεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στην ιταλιακή χερσόνησο. Ο έταιρος πόλος, με θιασώτες του τον ιερατικό κλήρο, υποστήριζε ότι ο άγιος θα έπρεπε να στεγαστεί στον ήδη υπάρχοντα καθεδρικό ναό. Μέσα σε όλη αυτήν την ένταση προβάλλει ο ηγούμενος ενός εκ των σημαντικοτέρων μοναστηριών της περιοχής, του αγίου Βενέδικτου, το όνομα του οποίου ήταν Elia. Καταφέρνοντας να ανέβει στο πλοίο που είχε ακόμη μέσα τα οστά του αγίου Νικολάου, αρχίζει με τον καπετάνιο του διαπραγματεύσεις, επιτυγχάνοντας εν τέλει μία συμφωνία προσωρινής τοποθέτησής τους σε κάποιον ασφαλή χώρο.
Αυτός θα ήταν το μοναστήρι του αγίου Βενέδικτου έως ότου ο λαός της πόλης, μαζί με τον επίσκοπό της (το όνομά του ήταν Ursone), ν’αποφασίσουν από κοινού το τελικό σημείο καθορισμού της νέας τους θέσης. Ακόμη καθ’όλη τη διάρκεια της προσωρινής φιλοξενίας, το σώμα Του θα φυλασσόταν διαρκώς από ένοπλη φρουρά για την ασφάλειά του. Τελικά οι ναυτικοί, με την περάτωση των διαπραγματεύσεων εξουσιοδότησαν τον Elia για τη φύλαξη των οστών.
Εκείνη τη μέρα έτυχε ο επίσκοπος του Μπάρι να απουσιάζει λόγω ταξιδιού. Μαθαίνοντας όμως το γεγονός, επέστρεψε την επόμενη μέρα, έχοντας διαρκώς στη σκέψη του ότι το αποκλειστικό δικαίωμα φύλαξης και προστασίας του αγίου Νικολάου, είχε μόνο ο καθεδρικός ναός της πόλης. Φτάνοντας, σχεδόν αμέσως οργανώνει ένα ένοπλο σώμα ανδρών, και μαζί με κάποιους πιστούς πηγαίνει στον άγιο Βενέδικτο. Εκεί συναντώντας τη φρουρά φύλαξης, διατάζει την άμεση μεταφορά των οστών στον καθεδρικό ναό. Οι φύλακες αρνούμενοι να εκπληρώσουν την απαίτησή του, αποκρίθηκαν ότι οι πολίτες του Μπάρι δεν ήθελαν για κανέναν λόγο να γίνει κάτι τέτοιο, λόγω του ότι επιθυμία της πλειοψηφίας ήταν να κτιστεί μία καινούργια εκκλησία προς τιμή του. Βλέποντας ο Ursone την απροθυμία της φρουράς να τα παραδώσει, προσπάθησε μαζί με την ένοπλη συνοδεία του να προκαλέσει ένταση η οποία γρήγορα εξελίχθηκε σε ένοπλη σύγκρουση, αφήνοντας πίσω της νεκρούς και από τις δύο πλευρες. Επεμβαίνοντας ο Elia με σκοπό η εν λόγω διένεξη να μην εξελιχθεί σε σφαγή μεταξύ χριστιανών, πείθει τελικά τον επίσκοπο να αποχωρήσει, λέγοντάς του ότι η απόφαση για την ανέγερση ενός νέου ναού ήταν αμετάκλητος. Βλέποντας ο επίσκοπος πως δεν υπήρχε πιθανότητα ανατροπής της υπάρχουσας κατάστασης, απογοητευμένος και πικραμένος επιστρέφει στο επισκοπάτο του – δύο χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1089, ο Ursone πεθαίνει, και στον επισκοπικό θρόνο τον διαδέχεται ο ηγούμενος Elia.
Οι εργασίες ανέγερσης του ναού ξεκίνησαν στις 8 Ιουλίου του1087. Η δωρεά της γης στην οποία βρισκόταν η παλιά βυζαντινή διοίκηση έγινε με παραχώρηση από τον δούκα Roberto Guiscardo, όπου με επικυρωμένη συμβολαιογραφική πράξη, και μαζί με τον επίσκοπο, εξουσιοδότησαν τον ηγούμενο Elia πάνω στον σχεδιασμό και την επίβλεψη των διάφορων οικοδομικών εργασιών. Σημαντικότατη επίσης υπήρξε και η εθελοντική προσφορά εργασίας από τους πολίτες του Μπάρι και διάφορους προσκυνητές, συντελώντας σε σημαντικό βαθμό στην ολοκλήρωση αυτού του τόσο σημαντικού έργου. Τον Σεπτέμβριο του 1089 ολοκληρώθηκε η υπόγεια κρύπτη που θα τοποθετούνταν τα ιερά λείψανα του αγίου Νικολάου. Με αφορμή αυτό το γεγονός, ο Elia, που πλέον είχε διαδεχθεί (από τον προηγούμενο Φεβρουάριο) στον επισκοπικό θρόνο τον εκλειπόντα επίσκοπο Ursone, προσκάλεσε τον Πάπα Urbano τον 2ο να τοποθετήσει κάτω από την αγία έδρα της κρύπτης τα οστά του αγίου. Την 1 Οκτωβρίου του έτους 1089 και παρουσία ενός μεγάλου αριθμού Νορμανδών ευγενών και ιπποτών, το άγιο σκήνωμα μεταφέρεται από τον άγιο Βενέδικτο στη νεα του θέση. Ο Πάπας αφού το τοποθέτησε κάτω από το αλτάρι (αγία έδρα), άφησε να προβάλλει ένα δάκτυλο από το χέρι του αγίου προς χάρη των πιστών και των διάφορων προσκυνητών. Η Βασιλική του αγίου Νικολάου κατά το μεγαλύτερο μέρος της περατώθηκε το 1110 υπό τη συνεχή επίβλεψη του επισκόπου Elia, ο οποίος απεβίωσε πέντε χρόνια αργότερα έχοντας δει σχεδόν ολοκληρωμένο αυτό το τόσο σημαντικό οικοδόμημα. Η νεκρική σαρκοφάγος που τον φιλοξένησε μετά τον θάνατό του τοποθετήθηκε στο εσωτερικό της Βασιλικής κοντά στην κρύπτη, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Παρ’όλ’αυτά η πλήρης ολοκλήρωση της κατασκευής του ναού πραγματοποιήθηκε από τον διάδοχό του Eustazio, με παρεμβάσεις που ήταν ως επί τω πλείστον διακοσμητικού και εξωραϊστικού χαρακτήρα. Η κατασκευή είναι ρωμανικού ρυθμού, ενώ στο σύνολό της διακρίνονται επιμέρους επιρροές βυζαντινής και νορμανδικής αρχιτεκτονικής, που αμυδρά περιπλέκονται με καλλιτεχνήματα αραβικής προέλευσης.
Με τον ερχομό του αγίου Νικολάου στο Μπάρι – ενός ιερού προσώπου του οποίου τα βασικά θρησκευτικά, πολιτισμικά και γλωσσικά πλαίσια ήταν αμιγώς ελληνικά – οι πιστοί της νέας του πατρίδας άρχισαν να γίνονται δέκτες μιάς ροής ποικίλων, και προσδιορισμένων ταυτόχρονα ιδεολογικών αρχών, προερχόμενες από τη χριστιανική Ανατολή. Η οριστική παγίωση της θέσης Του στον δυτικό χριστιανικό κόσμο, πέρα από την ισχυρή και περεταίρω ώθηση λατρείας και αγάπης προς εκείνον, προκάλεσε αναπόφευκτα τη δημιουργία υπόγειων δεσμών ανάμεσα στις δύο ομολογίες, την Ορθόδοξη και την Καθολική, που ενδεχομένως θα λειτουργούσαν σαν αρμός ενδεχόμενης επανασύγκλισης με μελλοντικές, και ίσως ισχυρών ροπών, αφομοιωτικές τάσεις, μεταξύ των συγκεκριμένων χριστιανικών συστημάτων – ήδη λίγες δεκαετίες νωρίτερα κατά τη διάρκεια του 1054 είχε προκληθεί ανάμεσα στη Δυτική και την Ανατολική εκκλησία μία διαφορά απόψεων, διαιρώντας το ομοπαγές της χριστιανικής πίστης, και καταλήγοντας κατ’επέκταση στον δογματικό διαχωρισμό (Σχίσμα).

Σε ό,τι αφορά το Μπάρι της Μεσαίωνικής περιόδου, με την υιοθέτηση του αγίου Νικολάου και τη μεγάλη ευλάβεια προς εκείνον, με το ακλόνητο δοξαστικό πάθος που διαπερνούσε τους πιστούς του, έθεσε εκ νέου την πόλη στο ιστορικό προσκήνιο εκκινώντας ταχύτατα μία καινούργια εποχή κύρους, και γοήτρου. Με αυτήν τη διάκριση, και εξαιτίας ενός συνόλου προεξαρχόντων παραμέτρων, υπήρξαν κάποια ιστορικής σημασίας γεγονότα που με πυρήνα τους την αγιότητα και ιερότητα του νεοφερμένου αγίου, έθεσαν τις βάσεις για μία ανατέλουσα και συνεχώς ακμάζουσα περιόδο. Σε αυτά περιλαμβάνονταν η πρώτη (1096) και η τρίτη (1187) Σταυροφορία∙ σε αυτές τις συγκεκριμένες περιπτώσεις το λιμάνι του Μπάρι επιλέχθηκε ως το σημείο απόπλου του σταυροφορικού στόλου για τους Αγίους Τόπους. Όπως αναφέρει ο χρονικογράφος Fulcherio Di Chartres, η επιλογή του λιμανιού του Μπάρι έγινε διότι αρκετοί ιππότες επιθυμούσαν πριν μεταβούν στην ιερή γη, να προσκυνήσουν και να παρακαλέσουν τον άγιο Νικόλαο για ευοίωνο ταξίδι και σύντομη επιστροφή στις πατρίδες τους – οι Σταυροφορίες ως αποστολές ύψιστης σημασίας για τη δυτική χριστιανοσύνη, είχαν σκοπό ν’απελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους από τους απίστους, οι οποίοι εμπόδιζαν τους δρόμους που οδηγούσαν τους προσκυνητές από την Ευρώπη, στην πόλη της Ιερουσαλήμ.
Υπήρξαν επιπροσθέτως δύο κεφαλαιώδους σημασίας συμπληρωματικές διαστάσεις του ζητήματος, συντελώντας ουσιαστικά, και ως κυρίαρχα από την πλευρά τους αίτια, στην ολοένα και μεγαλύτερη προσέλευση πιστών στη Βασιλική του αγίου Νικολάου, καθορίζοντας τον άγιο ως μία από τις βασικότερες ιερές υπάρξεις του χριστιανικού κόσμου.
Αυτές ήταν το άγιο μύρο που συνέχιζε να πηγάζει από τα οστά του – κάτι που συνεχίζει μέχρι και των ημερών μας ως απόδειξη της αληθινής αγιότητός Του, καθώς και μία σειρά θαυμάτων που άρχισαν να γίνονται σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή του, σε άτομα που υπέφεραν από ανίατα και βαρύτατα νοσήματα. Σύμφωνα με την αφηγηματική εξιστόρηση του συγγραφέα Nicephorus που παρέστη μάρτυρας αρκετών θαυμάτων, περιγράφει ότι κάποιος που νοσούσε, για να θεραπευτεί, αρκούσε μόνο να πλησιάσει την κρύπτη μέσα στην οποία βρίσκονταν τοποθετημένα τα λείψανα του αγίου Νικολάου.
Η τεράστια απήχηση της μετακομιδής του αγίου Νικολάου στο Μπάρι, εκτός από τους ανώνυμους προσκυνητές, είχε και σαν αποτέλεσμα να τον επισκεφθούν μέσα σε όλη την πορεία των αιώνων κι ένας σημαντικός αριθμός εξεχουσών και διακεκριμένων προσωπικοτήτων.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα υπήρξαν οι βασιλείς Ruggero ο 2ος το 1132 και ο Guglielmo ο Καλός κατά τη διάρκεια του 1350. Ακόμη, στους νεώτερους χρόνους υπήρξαν (και εξακολουθούν να υπάρχουν) σημαντικότατες προσωπικότητες που επισκέφθηκαν τη Βασιλική για να Τον τιμήσουν, με χαρακτηριστικό παράγειγμα την επίσκεψη του διαδόχου του Βρεττανικού θρόνου, πρίγκιπα Charles και της πριγκίπισσας Diana, που έγινε στις 2 Μαΐου 1985.
Μπάρι, πυλώνας του οικουμενικού χριστιανισμούΤο Μπάρι λόγω της γεωγραφικής του θέσης δεχόταν αναπόφευκτα έντονες πολιτισμικές επιδράσεις από ολόκληρο τον ανατολικό μεσογειακό χώρο. Στην ύστερη εποχή που ακολούθησε μετά την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, υπήρξαν περίοδοι δόξας, εποχές κρίσης ή ακόμη και περίοδοι ολικής ανυπαρξίας στο τότε ιστορικό προσκήνιο. Με την έλευση όμως του αγίου Νικολάου, η πόλη πέτυχε ακόμη και σε χρονικές φάσεις μεγάλης κάμψης να καταφέρνει σταθερά να αναπτύσσεται με προεξάρχουσα περίοδο εκείνη της βυζαντινής κτήσης, που διήρκεσε από το 970, έως και το 1071 – υπήρξε έδρα του βυζαντινού κυβερνήτη (Κατεπάνου), και κέντρο ολόκληρης της νοτίου Ιταλίας –, χρονιά κατά την οποία πέρασε στα χέρια των Νορμανδών.
Όμως η παρουσία Του εκεί προσέδιδε και υπό αυτές τις συνθήκες στην πόλη μία συνεχή κ’ευδιάκριτη δυναμική κύρους και γοήτρου. Έχοντας υποστεί μία σειρά κατακτήσεων (από Ρωμαίους, Λονγκομπάρδους, Βυζαντινούς και Νορμανδούς, Σουηβούς, Αραγκονέζους, κτλπ), το Μπάρι μέσα στην πορεία των αιώνων κατάφερε να μην χάσει τα βασικά του πολιτισμικά χαρακτηριστικά από την επίδραση αλλότριων παραδόσεων και εθίμων. Με την κατάκτησή του από τους Νορμανδούς παύει να είναι το πολιτικό και οικονομικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, με συνέπεια ένα πλήθος επιπτώσεων εμπορικού και οικονομικού χαρακτήρα.
Παρ’όλα αυτά δεν έπαυε να είναι ένας ενδιάμεσος προορισμός που οδηγούσε στις εμπορικές αγορές της Δυτικής Ευρώπης. Με τη γνωστοποίηση ότι ο άγιος Νικόλαος βρίσκεται πλέον εκεί, το Μπάρι αρχίζει να γίνεται πάλι ένα πολυσύχναστο λιμάνι και ένα από τα κεντρικά σημεία του μεσογειακού και ευρωπαϊκού χώρου, αποκτώντας όμως ένα καινούργιο διακριτικό γνώρισμα. Εκείνο του θρησκευτικού κέντρου.
Από τις πρώτες χριστιανικές περιόδους η πόλη του Μπάρι υπήρξε ένας χώρος έντονων ιδεολογικών ζυμώσεων λόγω της ταυτόχρονης συνύπαρξης λατίνων χριστιανών, και του μερικώς διαφοροποιημένου ελληνικού στοιχείου. Ακόμη και μετά το σχίσμα του 1054 – το Filioque ήταν μία απ’τις βασικές, μεταξύ των δύο εκκλησιών, δογματικές ανομοιότητες, στηριζόμενη στο γεγονός ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύται όχι μόνο εκ του Πατρός, αλλά και εκ του Υιού – και κυρίως όταν η πόλη βρισκόταν στη δικαιοδοσία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, επήλθε μία ολοένα αυξανόμενη τάση άμβλυνσης και εξομάλυνσης των οποιονδήποτε διαφοροποιήσεων ή αντιθέσεων ανάμεσα στα δύο δόγματα. Στο ανατολικό που εκπροσωπούνταν από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, και στο δυτικό, εκπρόσωπος του οποίου ήταν ο Πάπας – σημαντική προς αυτήν την εγγύτητα, υπήρξε αρχικά η συνδρομή του Πάπα Giovanni του 8ου (872 – 882), θέτοντας τις βάσεις για τη βελτίωση των σχέσεων με τον βυζαντινό αυτοκράτορα και το Πατριαρχείο, στηριζόμενες στη συνύπαρξη, τον αμοιβαίο σεβασμό και τη μη ιδεολογική επιβολή μεταξύ των δύο χριστιανικών κοινοτήτων∙ η κατάσταση αυτή μετεβλήθη σε μεγάλο βαθμό όταν το Μπάρι βρέθηκε υπό νορμανδική διοίκηση, με αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση (όχι όμως ολοκληρωτική) των ελλήνων ιερέων και μοναχών.
Με την ύπαρξη όλων εκείνων των υπαρχουσών διαφοροποιήσεων που προέκυπταν από τους αντιδιαμετρικούς χριστιανικούς τρόπους σκέψεις, και τις συνεπαγόμενες επιπτώσεις τους στο αμιγώς εφαρμοστικό πεδίο που διαμόρφωνε τις αντιλήψεις των πιστών, το Μπάρι, ακόμη και πριν την έλευση των λειψάνων του θαυματουργού αγίου, υπήρξε εκείνο το καθοριστικό σημείο που λειτουργούσε συνεκτικά μεταξύ των δύο καθορισμένων αρχών πίστεως (δηλαδή ως χώρος διομολογιακών ζυμώσεων). Μετά το σχίσμα του 1054 οι συγκεκριμένες ιδεολογικές ροπές δεν έπαψαν ν’αλληλεπιδρώνται, με διαρκώς διαφαινόμενες τάσεις σύγκλισης σε ενδεχόμενο μελλοντικό χρόνο.
Όλες αυτές οι διαδικασίες άρχισαν κλιμακωτά να δίνουν στο Μπάρι μία ευδιάκριτη ‘’οικουμενική οντότητα’’, που θα οδηγούσε κάποια στιγμή στο πλησίασμα της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας και της Ορθοδοξίας. Καταλυτικός παράγων ενίσχυσης της τάσης αποδυνάμωσης των επιμέρους αντιθετικών κατευθύνσεων, υπήρξε η εγκατάσταση στην πόλη του Μπάρι των οστών του αγίου Νικολάου, όπου αν και είχαν περάσει μόλις 33 έτη από το σχίσμα των δύο εκκλησιών, με τις σχέσεις τους να είναι τεταμένες, εντούτοις, αντί να επέλθει μεγαλύτερη ρήξη μεταξύ Βυζαντινών και Λατίνων, το γεγονός αυτό επέδρασε θετικά δημιουργώντας με το περασμα του χρόνου τις ευνοϊκές περιστάσεις, αμφότεροι να πλησιάσουν με ουσιαστική θετική διάθεση ο ένας προς τον άλλον.
Το οικουμενικό πρόσωπο του αγίου Νικολάου εφεξής θα είχε τον ρόλο του μέσου συναργογής που θα προκαλούσε την επανεξέταση και τον επαναπροσδιορισμό όλων των υφιστάμενων διαφοροποιήσεων επί των θεμελιωδών δογματικών αρχών, καθώς και των εμφαινομένων συγγλίσεων ή ομοιοτήτων ανάμεσα στην ορθοδοξία και τον ρωμαιοκαθολικισμό.
Μέσα από όλες αυτές τις ιστορικού χαρακτήρα εξελίξεις, το Μπάρι άρχισε βαθμιαία και με το πέρασμα των αιώνων να αποκτά έναν σημαντικό διεθνή ρόλο απέναντι σ’ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο, όπου υπό τη σκέπη του αγίου Νικολάου, αντλεί ως ένας βασικός θρησκευτικός πυρήνας, τη συμβολική του υπόσταση και ισχύ.
Με σχεδόν αυθύπαρκτο το εδώ κ’αιώνες οικουμενικό της πνεύμα η πόλη του Μπάρι έχει καταστεί τις τελευταίες κυρίως δεκαετίες το κέντρο μίας ευδιάκριτης, και έμπρακτης διαδογματικής προσέγγισης μεταξύ των δύο εκκλησιών, έχοντας για κεντρικό της δυναμικό πυρήνα τη μορφή του αγίου Νικολάου. Το έτος 1951 κρίνεται ως χρονιά σταθμός κατά τη διάρκεια του οποίου έγινε κατ’ουσίαν εκείνη η καθοριστική μεταβολή που θα όριζε από εδώ και πέρα το εφαρμοστικό πλαίσιο της όλο και περισσότερο αναδυόμενης χριστιανικής οικουμενικής σκέψης. Είναι επίσης η χρονιά που στη Βασιλική του αγίου Νικολάου εγκαθίστανται οι Δομηνικανοί, μία χριστιανική αδελφότητα, η οποία από κοινού με το Ινστιτούτο Ανώτερης Οικουμενικής Θεολογίας P. Salvatore Manna – το ινστιτούτο ιδρύθηκε την 1 Οκτωβρίου 1968 με βασικό αντικείμενο έρευνας τη μελέτη του αγίου Νικολάου ως πρόσωπο αμφιπλεύρως αποδεκτό και από τα δύο δόγματα, και η δυνατότητά του ως ο βασικός συνδετικός κρίκος για την πιθανή μελλοντική ενοποίησή τους – θα εργάζονταν πρόθυμα και με ζήλο, πραγματοποιώντας στα πλαίσια του οικουμενισμού συναντήσεις μεταξύ των βασικών πρωταγωνιστών της Ανατολικής και Δυτικής εκκλησίας. Ακόμη, τη συγκεκριμένη χρονιά και με βασικούς επίσης πρωταγωνιστές τον Πάπα Giovanni τον 23ο και τη δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού, αποφασίστηκε ότι ο αγίος Νικολάος του Μπάρι θα ήταν το σημείο ανάδυσης και διάδοσης του χριστιανικού οικουμενικού πνεύματος.

Ένα σχετικό και εξαιρετικής σημασίας γεγονός που ενδυνάμωσε ακόμη περισσότερο την οικουμενική αντίληψη ήταν όταν το 1964 (Φεβρουάριος), σε μία ταυτόχρονη επίσκεψη στους Αγίους Τόπους του Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Αθηναγόρα και του Πάπα Paolo του 6ου, παρουσιάστηκαν εναγκαλισμένοι σε μιά πρόδηλη κίνηση κοινής πίστης και στήριξης προς τη χριστιανική οικουμενικότητα. Αυτή η εξέλιξη σήμαινε για όλους τη σημαντικότητα της επίδρασης του αγίου Νικολάου πάνω στις υπό ανάπτυξη ζυμώσεις ανάμεσα στη Ρωμαιοκαθολική και την Ορθόδοξη εκκλησία, ελπίζοντας ότι σταδιακά θα οδηγούσαν στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εξάλειψη των οποιονδήποτε αποκλινουσών δογματικών διαφοροποιήσεων, και τέλος τη συσσωμάτωση των κατά προσέγγιση κοινών ιδεολογικών πλεγμάτων και επιμέρους πλαισίων θρησκευτικής αντίληψης.

Μια επίσης κίνηση έντονου συμβολικού χαρακτήρα απέναντι στον οικουμενισμό ήταν όταν πραγματοποιήθηκε στη Βασιλική του αγίου Νικολάου η συνάντηση του Πάπα Giovanni Paolo του 2ου και του Μητροπολίτη Μύρας, και εκπροσώπου του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, Χρυσόστομου Κωνσταντινίδη, στις 26 Φεβρουαρίου του 1984. Οι δύο άνδρες μέσα σ’ένα κλίμα πλήρους κατάνυξης κ’ευλαβικότητας, και αφού έχοντας εκφράσει τον υπέρτατο σεβασμό τους προς την ιερή μορφή του αγίου Νικολάου, εν συνεχεία και με μία ιδιαίτερη συμβολική κίνηση, ανάβουν μαζί ένα καντήλι η φλόγα του οποίου εμφάνιζε ενοποιημένες τις δύο χριστιανικές παραδόσεις. Την Ανατολική και τη Δυτική. Η πράξη αυτή κατ’ουσίαν επισφράγισε μέσα από τη συγκεκριμένη τελετουργία την πορεία μιάς προσδοκούμενης και επερχόμενης ένωσης των δύο εκκλησιών εκκινώντας παράλληλα μία νέα περίοδο όπου η χριστιανοσύνη, ομοφρωνών κ’εν όλον καθώς θα υφίσταται, θα εκφράζεται απρόσκοπτα μέσα από τις ιδεολογικές και ηθικές διαστάσεις μιάς αρραγούς, και αδιασπάστου συνοχής, θρησκεία.
Συνέντευξη στον πατέρα Geraldo Ciofari

i.) Αξιότιμε πατέρα Geraldo, κατ’αρχήν θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την τιμή που μου κάνατε αποκρινόμενος στο αίτημά μου, να μου απαντήσετε σε κάποιες ερωτήσεις σκοπός των οποίων είναι να κάνουν γνωστό στους έλληνες πιστούς τον άγιο Νικόλαο του Μπάρι. Ξεκινώντας, θα ήθελα μια σύντομη περιγραφή γύρω από τη μέχρι σήμερα πορείας σας ως κοσμικός αρχικά, και ως κληρικός στη συνέχεια!
Γεννήθηκα στο Καλίτρι (το αρχαίο ελληνικό ‘’alètrion’’) στην περιοχή του Αβελίνο και έγινα δομηνικανός ιερέας το 1970. Σπούδασα στη Ρώμη, στο Φρίμπουργκ της Ελβετίας και στη Νέα Υόρκη, ολοκληρώνοντας εκεί μεταπτυχιακές σπουδές πάνω στην Ορθόδοξη Θεολογία. Ολοκλήρωσα με τις διδακτορικές μου σπουδές στη Ρώμη στο Παπικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών πάνω στις Ανατολικές Εκκλησιαστικές Επιστήμες. Τέλος, μέχρι και σήμερα, οι ανώτεροι στην ιεράρχία Δομηνικανοί μου εμπιστεύτηκαν στη Βασιλική του αγίου Νικολάου το Ινστιτούτο Ανώτερων Θεολογικών Οικουμενικών Σπουδών καθώς και τη διαχείρηση της τεράστιας παρουσίας των ορθόδοξων ρώσων προσκυνητών. Εδώ στη Βασιλική κάνω επίσης μελέτες πάνω στη μορφή του αγίου Νικολάου, τις οποίες γνωστοποιώ μέσα από την έκδοση ενός μηνιαίου δελτίου (bollettino di San Nicola) που διανέμεται δωρεάν σε 15 χώρες.
ii.) Πείτε μου ποιοί είναι οι βασικοί λειτουργικοί τομείς που στο σύνολό τους προσδιορίζουν παρεταίρω τον άγιο Νικόλαο του Μπάρι;
Η Βασιλική του αγίου Νικολάου είναι η πνευματική και πολιτιστική ταυτότητα της πόλης. Οι Δομηνικανοί που από το 1951 βρίσκονται εδώ, και κυρίως μετά τη δεύτερη Σύνοδο του Βατικανό που έγινε το 1965, εχουν αφιερωθεί στην εκ νέου προσέγγιση μεταξύ Καθολικών και Ορθόδοξων με κοινό σημείο αναφοράς την πίστη και αφοσίωση στον αγίο Νικόλαο. Επίσης, παρόμοιας σπουδαιότητος είναι το Οικουμενικό Κέντρο μαζί με το Ινστιτούτο Θεολογίας και το Κέντρο Νικολαϊκών Μελετών, το οποίο διευθύνω, τα οποία είναι ιδρύματα που έχουν και ως επιπρόσθετο σκοπό την εμβάθυνση σε μελέτες που αφορούν τη ζωή, το έργο και την ιστορία του αγίου Νικολάου.
iii.) Κατά τη διάρκεια του έτους οι καθημερινού τύπου εκκλησιαστικές λειτουργίες, καθώς και ο αντίστοιχος κύκλος των τελετουργιών που οργανώνονται από την κοινότητά σας προς τιμή του αγίου Νικολάου, είναι αμφότερες αρκετά συχνές. Θα ήθελα να μου πείτε ποιες είναι οι κυριώτερες, και ποιος είναι ο ειδικός σκοπός της κάθε μιας ξεχωριστά;
Η Βασιλική έχει διάφορες δραστηριότητες. Η πιό παραδοσιακή είναι η ‘’Τετάρτη του αγίου Νικολάου’’, έχοντας χαρακτήρα περισσότερο λαϊκό. Η ‘’Lectio Patrum’’ που είναι ‘’αναγνώσεις πατερικών κειμένων’’ όπως επίσης και οι ‘’οικουμενικές αγρυπνίες’’, χαρακτηρίζονται ως περισσότερο πνευματικές και μορφωτικές. Ακόμη, και ανάλογα τις τρέχουσες περιστάσεις, οργανώνονται και ειδικές διαλέξεις.
iv.) Ποιες είναι οι κυριώτερες εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν του αγίου Νικολάου;
Κατ’αρχήν οι τρείς βασικές εορταστικές εκδηλώσεις, και σε σχέση με τελετουργικό ύφος της κάθε μίας ξεχωριστά, διαφοροποιούνται ως προς το είδος εξύψωσης του λαϊκού αισθήματος προς το οποίο απευθύνονται. Η πρώτη εορταστική μέρα είναι στις 7 Μαΐου με μία Πομπή ιστορικής ανάμνησης που είναι αφιερωμένη στα γεγονότα του έτους 1087, όταν 62 μπαρέζοι ναυτικοί μ’ενδιάμεσο σταθμό την Αντιόχεια, και ύστερα από μιά αιφνιαδιαστική επιχείρηση στη Μύρα της Μικράς Ασίας, μεταφέρουν κατά τη διάρκεια της επιστροφής τους στο Μπάρι τα λείψανα του αγίου Νικολάου.
Η δεύτερη μέρα, στις 8 Μαΐου, είναι αφιερωμένη στους προσκυνητές, οι οποίοι πλέοντας πάνω σε βάρκες πηγαίνουν μ’ευλάβεια να εκφράσουν τον σεβασμό τους μπροστά στο άγαλμα του αγίου Νικολάου, που και εκείνο είναι τοποθετημένο πάνω σε δύο πλοιάρια ενωμένα μεταξύ τους.
Στη διάρκεια της τρίτης και τελευταίας εορταστικής μέρας (της 9ης Μαΐου), κατά την εσπέρα και προς το τέλος της Θείας λειτουργίας, γίνεται συλλογή μύρου από τα οστά του αγίου Νικολάου.
v.) Ποιες είναι γενικά οι καθημερινές δραστηριότητες και καθήκοντα της δομηνικανής κοινότητας;
Ως κοινότητα πολύ δραστήρια και με αρκετά καθήκοντα, οι μοναχοί της αναζητούν τρόπους να διατηρήσουν τις θρησκευτικές τους συνήθειες, και ιδιαίτερως το από κοινού ιερό τους χρέος μέσα στο Τάγμα των Δομηνικανών, το οποίο τον επόμενο χρόνο κλείνει 800 έτη από την ίδρυσή του (1216/1217).
vi.) Με τι τρόπο ο άγιος Νικόλαος μέσα από τον προσωπικό του βίο εμπνέει τη θρησκευτική ευσέβεια και ενισχύει τους δεσμούς αγάπης, όχι μόνο σε σας τους Δομηνικανούς, αλλά και στους ίδιους τους πιστούς, οι οποίοι επισκεπτόμενοι τη Βασιλική του εκφράζουν έντονα τη λατρεία τους προς το ιερό του πρόσωπο;
Η εικόνα του αγίου Νικολάου και ειδικά στη δυτική εικονογραφία, είναι ακριβώς εκείνη του αγίου της αγάπης και της καλοσύνης. Εν αντιθέσει με την Ορθοδοξία που τον βλέπει ως υπερασπιστή της πίστης (κανόνας πίστεως), η Δύση, βασισμένη σε μιά παράδοση που προέρχεται από κάποια πολύ παλιά αφήγηση, τον βλέπει ως έναν άγιο των παιδιών που γενναιόδωρα βοηθάει εκείνα που είναι άπορα. Γι’αυτό είναι φυσικό να εμπνέει προς τους πιστούς του ισχυρότατα αισθήματα αγάπης, ελέους και φιλίας. Ευτυχώς που αυτήν την πλευρά του αγίου Νικολάου την έχουν υιοθετήσει και οι Προτεστάντες, θεωρώντας τον κ’εκείνοι μέσα στις εκκλησίες τους ως αγιοποιημένη μορφή εξαιρετικής σπουδαιότητος.
vii.) Όλη αυτήν την περίοδο που τα οστά του αγίου Νικολάου βρίσκονται στο Μπάρι, πείτε μου, αν είχατε από την πλευρά της Ορθόδοξης εκκλησίας αιτήματα επιστροφής τους, δεδομένου ότι ο άγιος έζησε κάποτε σε ανατολικά βυζαντινά εδάφη.
Καμία Ορθόδοξη εκκλησία δεν έχει μέχρι σήμερα ζητήσει τα οστά του αγίου Νικολάου, διότι θα ήταν παράλογο. Το Μπάρι τώρα πιά είναι η πόλη του αγίου Νικολάου, και δεν είναι όπως άλλες Καθολικές πόλεις που έχουν από την πλευρά τους δωρίσει λείψανα αγίων τους σε ορθόδοξες εκκλησίες. Το Μπάρι σήμερα, δεν θα ήταν Μπάρι χωρίς άγιο Νικόλαο. Ακόμη και όταν ο Τσάρος Νικόλαος ο 2ος πέρασε από την πόλη και ζήτησε να αγοράσει τα οστά του αγίου δίνοντας πάρα πολλά χρήματα, τον έκαναν στο τέλος να καταλάβει ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Δεν είναι όμως μόνο αυτό! Από το Μπάρι δεν έχει βγεί ούτε ένα μικρό κομματάκι από τα οστά του αγίου Νικολάου. Οι μοναδικοί πάντως που ζήτησαν με πολύ μεγάλη επιμονή το ιερό του λείψανο, ήταν, και είναι ακόμη, οι Τούρκοι. Μα κ’εδώ η απάντηση είναι ΟΧΙ.
viii.) Τα οστά του αγίου τοποθετημένα καθώς είναι στην κρύπτη της Βασιλικής, ποιά είναι η σημερινή κατάσταση στην οποία βρίσκονται; Υπάρχουν στο σύνολό τους ή μονάχα κάποιο μέρος από αυτά;
Τα οστά είναι διεσπαρμένα μέσα στην κρύπτη σε μικρά και μεγάλα κομμάτια, και η σχετική μεταξύ τους αποσύνδεση και αποδομή οφείλεται πιθανόν στην ύπαρξη μύρου που σχηματίζεται γύρω από αυτά. Στο κέντρο τους βρίσκεται το κρανίο, ενώ η διατήρησή τους από κάποιους θεωρείται αβέβαιη λόγω της ύπαρξης υγρασίας, ενώ για κάποιους άλλους είναι σε αρκετά καλά επίπεδα. Επίσης απ’το σύνολο των οστών του σώματος του αγίου Νικολάου, διατηρείται περίπου του εξήντα τοις εκατό.
ix.) Ένα σημαντικότατο θρησκευτικό και πολιτιστικό ίδρυμα στον άγιο Νικόλαο του Μπάρι είναι το Οικουμενικό Ινστιτούτο P. Salvatore Manna. Θα ήθελα να μου περιγράψετε ποιός είναι ο βασικός αντικειμενικός του σκοπός, και κατά πόσο αυτός σχετίζεται με τον άγιο Νικόλαο και τη χριστιανική πίστη.
Μέσα από το Οικουμενικό Κέντρο ‘’P. Salvatore Manna’’, και το υπαγόμενο σε αυτό Ινστιτούτο Οικουμενικής Θεολογίας, οι Δομηνικανοί έχουν ως πρωταρχικό τους σκοπό να τιμήσουν την ψυχή του οικουμενισμού που είναι ο ίδιος ο άγιος Νικόλαος, συνεχίζοντας το πνευματικό έργο του P. Salvatore Manna, προσδιοριστικό γνώρισμα του οποίου είναι η δυνατότητα επιβεβαίωσης ότι Καθολικοί και Ορθόδοξοι μπορούν να επαναλάβουν εκ νέου την ενότητά τους, έχοντας για ιστορικό σημείο αναφοράς το παράδειγμα των Ιταλών και Ελλήνων από τον 9ο μέχρι τον 12ο αιώνα, στην νότιο Ιταλία.
x.) Το Οικουμενικό Κέντρο με ποιόν τρόπο προωθεί μέσα από μία μελλοντική εκκλησιαστική ένωση, την ενίσχυση των διομολογιακών δεσμών; Δηλαδή, ανάμεσα στον καθολικισμό ή Δυτική εκκλησία και την Ορθοδοξία ή Ανατολική εκκλησία, αντιστοίχως;
Αυτό πραγματοποιείται με τακτικές χρονικά συναντήσεις που σκοπό έχουν να διαδώσουν το οικουμενικό πνεύμα τόσο μεταξύ των καθολικών που είναι αντίθετοι, ή διαφοροποιούνται ιδεολογικά απέναντι σε αυτό, όπως επίσης γίνονται για τον ίδιο λόγο ανάλογες συναντήσεις και με τους Ορθοδόξους.
xi.) Ποιά είναι τα μέχρι στιγμής αποτέλεσματα από το θρησκευτικό έργο του Οικομενικού Κέντρου P. Salvatore Manna στην προσπάθειά του για την ένωση των δύο δογμάτων, του Καθολικού και του Ορθόδοξου, όπως και στην άμβλυνση των οποιονδήποτε διαφορών τους;
Τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα δεν είναι ακόμη ιδιαίτερως εμφανή, διότι οι μεγάλες πρόοδοι που έγιναν σε προσωπικό επίπεδο, αφενός του πατρός Manna και αφετέρου του πατρός Rosario Scognamiglio, δεν έχουν βρει ακόμη κάποια ανταπόκριση, κυρίως εκκλησιαστικού θεσμικού χαρακτήρα. Ο θάνατος του πατρός Manna ύστερα από τη μακρά και γεμάτη πόνο νόσο alzheimer, πρακτικά έχει διακόψει όλες αυτές τις εξελίξεις. Παρ’όλα αυτά, μέχρι σήμερα έχουν διατηρηθεί άριστες σχέσεις με πολλούς ορθόδοξους ιερείς και επισκόπους, όμως, με συνέπεια οι αντιοικουμενιστές να διαμαρτύρονται όλο και περισσότερο. Οι δύο εκκλησίες πλησίασαν περισσότερο κατά την περίοδο του Πάπα Paolo του 6ου και του Πατριάρχη Αθηναγόρα. Εν συνεχεία στους κόλπους των δύο εκκλησιών επικράτησαν οι ολοκληρωτικοί, ζητώντας από την πλευρά τους την πλήρη αναγνώρισή τους μέσα στην πίστη. Δυστυχώς όλοι εκείνοι που μιλάνε γι’αυτήν δεν εννοούν την αληθινή, γιατί σε αυτήν την έννοια έχουν προσθέσει και ένα σύνολο δογματισμών και τελετουργικών διαδικασιών, κάτι που στα 2000 χρόνια Χριστιανισμού ακόμη δεν έχει αλλάξει.
xii.) Σήμερα, και μέσα από το υπάρχων οικουμενικό πνεύμα, μπορεί η αγιοποιημένη και τιμώμενη μορφή του αγίου Νικολάου να πετύχει σε κάποιο βαθμό την επαναπροσέγγιση ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τον καθολικισμό;
Ο άγιος Νικόλαος θα μπορούσε σήμερα να είναι περισσότερο σημαντικός από ποτέ στην προσπάθεια αυτής της επαναπροσέγγισης, και αυτό διότι είναι ένας από τους πιό σεβαστούς αγίους στις Ορθόδοξες εκκλησίες, και κυρίως στη Ρωσική. Οι Έλληνες από την πλευρά τους τον τιμούν αρκετά, αλλά όχι τόσο, ώστε, ξεπερνώντας την προκατάληψή τους ότι βρίσκεται σε έναν καθολικό ναό να οργανώνουν προσκυνηματικά ταξίδια. Γιορτάζουν τη μετακομιδή του λειψάνου του, λέγοντας απλά ότι έφυγε από τη Μύρα, χωρίς όμως να λένε που βρίσκεται. Στις λειτουργίες που γίνονται στις ρωσικές εκκλησίες, το όνομα του Μπάρι επικαλείται περισσότερο από δέκα φορές.
arte nicolaiana.1xiii.) Ο άγιος Νικόλαος είναι κοινός τόσο για την Καθολική Εκκλησία όσο και για την Ορθοδοξία. Πείτε μου Πατέρα Geraldo, σε τι επίπεδο βρίσκονται σήμερα οι σχέσεις του αγίου Νικολάου του Μπάρι με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες γενικά;
Όπως είπα και προηγουμένως, παρ’όλες τις μέγιστες δυνατές προσπάθειες που γίνονται από το Οικουμενικό Κέντρο και το Ινστιτούτο Οικουμενικής Θεολογίας, φιλοξενώντας κάποιες φορές και καθηγητές από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ακόμη δεν έχουν γίνει εμφανείς σε πρακτικό επίπεδο επιτυχίες και αποτελέσματα με την Εκκλησία της Ελλάδος. Αντιθέτως, και κοιτώντας για παράδειγμα το μεγάλο ρεύμα προσκυνητών που υπάρχει, είναι εμφανέστατα τ’αποτελέσματα αυτά στις Εκκλησίες της Γεωργίας και της Ρουμανίας, κυρίως όμως σε εκείνες της Λευκορωσίας, Ουκρανίας και το Πατριαρχείο της Μόσχας.
xiv.) Στις λειτουργίες που γίνονται στον άγιο Νικόλαο, περιλαμβάνονται και κοινές με ορθόδοξους ιερείς; Εάν ναι! Oι ιεροτελεστίες αυτές είναι επίσημες ή άτυπες;
Κοινές λειτουργίες και με όλη τη σημασία της λέξεως γίνονται πάρα πολύ συχνά, και μάλιστα οι ίδιοι οι ορθόδοξοι είναι εκείνοι που θέλουν να συμμετέχουν. Και μάλιστα όταν είναι παρόντες παίρνουν τον λόγο κατά τη διάρκεια των καθολικών ιεροτελεστιών. Μόνο που δεν συμμετέχουν στη Θεία Ευχαριστία. Πάντως σε κάθε περίπτωση, μόνο για τυπικούς λόγους οι καθολικοί αποφεύγουν να εγκρίνουν τη συμμετοχή των ορθοδόξων στη Θεία Ευχαριστία, κ’εφόσον αυτοί δεν επιμένουν, ενώ κ’εκείνοι από την πλευρά τους ενημερώνονται ότι στο Μπάρι υπάρχει μία Ρουμανική και μιά Ρωσική εκκλησία. Για τους καθολικούς φυσικά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, διότι αναγνωρίζουν την εγκυρότητα των Μυστηρίων της Ορθοδοξίας, και γενικά της κοινωνίας των πιστών της Κωνσταντινούπολης.
xv.) Στην αυλή της Βασιλικής του αγίου Νικολάου υπάρχει τοποθετημένο ένα μεγάλο άγαλμα του αγίου που είναι προσωπική δωρεά, του ίδιου του Ρώσου προέδρου, του κυρίου Βλαδίμηρου Πούτιν. Ποιές είναι οι σχέσεις σας ως δομηνικανή κοινότητα του Μπάρι τόσο με τον ίδιο τον Ρώσο πρόεδρο όσο και με τη Ρωσική Εκκλησία ευρύτερα;
O Βλαδίμηρος Πούτιν, όπως και οι περισσότεροι οι Ρώσοι, έχει μία άριστη σχέση με την κοινότητα των Δομηνικανών του Μπάρι. Ο κύριος Πούτιν προσωπικά μας παρέδωσε έναν σπάνιο και πολυτιμότατο ιερουργικό κώδικα που είχε κλαπεί από το αρχείο μας, το 1970. Ως εκπρόσωπος των δομηνικανών του Μπάρι, έχω συμμετάσχει σε διασκέψεις στο Κίεβο και τη Μόσχα, όπως και στο ινστιτούτο Sv Tichonovskij που είναι αυστηρώς ορθόδοξο, είχα επίσης πολλές φορές συναντηθεί και συνομιλήσει με τον Μητροπολίτη Κύριλλο, πριν εκείνος γίνει Πατριάρχης. Στη Ρωσία εμείς οι Δομηνικανοί έχουμε πάντοτε τις πόρτες ανοικτές.
xvi.) Πατέρα Geraldo, πως βλέπετε ενδεχομένως το μέλλον του Χριστιανισμού ως μία και μοναδική θρησκευτική οντότητα; Εννοώ δηλαδή μέσα από την πιθανότητα της μη ύπαρξεως των καθ’ολοκληρίαν υπαρχόντων δογματικών τάσεων, αντιλήψεων και προκαταλήψεων.
Εγώ από την πλευρά μου είμαι αρκετά απαισιόδοξος πάνω στην ένωση των καθολικών και ορθοδόξων. Ως ειδικός πάνω στην ιστορία της εκκλησίας και τη θεολογία, γνωρίζω ότι πλέον δεν υπάρχουν τ’ανυπέρβατα εμπόδια που υφίσταντο κυρίως κατά την πρώτη χιλιετία του Χριστιανισμού. Υπάρχει όμως και από τις δύο πλευρές αρκετά μεγάλη άγνοια, με αρκετούς αλληλεπιτιθέμενους καθολικούς και ορθόδοξους που διακατέχονται από ακραία ή κατώτερα σε αξία πιστεύω ως προς τη χριστιανική πίστη, συνεχίζοντας έτσι να είναι διαιρεμένοι σε τόσο μεγάλο βαθμό αντί να είναι ενωμένοι απέναντι στον κυριαρχούντα υλισμό, και κυρίως, στο αναφυέν και συνεχώς επικρατούν, Ισλάμ. Όπως ο άγιος Νικόλαος μας βοηθά να κατανοήσουμε την ομορφιά του καλέσματος του Ιησού Χριστού, ‘’έτσι κ’εκείνοι να μπορούν να νοιώθουν ότι είναι ως ένα’’.
xvii.) Στη Βασιλική του αγίου Νικολάου υπάρχει μουσείο με εκτεθειμένα καλλιτεχνήματα αφιερωμένα στον ίδιο τον άγιο. Θα ήθελα να μου πείτε ποιά είναι τα σημαντικότερα από αυτά, και αν γνωρίζετε, ποιοί ήταν οι δωρητές τους;
Το μουσείο της Βασιλικής αγίου Νικολάου συγκεντρώνει τα πιο πολύτιμα αντικείμενα, που έχουν ανά τους αιώνες δωρηθεί, από τους πιστούς και τους προσκυνητές του αγίου. Συγκεκριμένα, πολλοί προσκυνητές που πέρασαν από το Μπάρι άφησαν τέτοια δώρα, ανάμεσα στους οποίους ήταν αρκετοί επίσκοποι, και ιππότες, κυρίως της πρώτης Σταυροφορίας. Τα περισσότερο αξιόλογα από αυτά τα είχε δωρίσει ο βασιλιάς Carlo ο 2ος (1285-1309) και είναι κάποια τμήματα από τον Τίμιο Σταυρό, όπως επίσης το ιερό ακάνθινο στεφάνι μαζί με την αγία Μαρία Μανταλένα, αντικείμενα πιθανόν προερχόμενα από τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης, κατά τη διάρκεια της τέταρτης Σταυροφορίας το 1204. Πολλά επίσης δώρα προέρχονται και από Ρώσους προσκυνητές, κυρίως από τον 17ο αιώνα και μετά. Υπάρχουν ακόμη αρκετοί κύλικες φτιαγμένοι από ασήμι, όπως επίσης και φυάλες με άγιο μύρο. Ιδιαιτέρως πολύτιμο είναι και το αρχείο του αγίου Νικολάου, με περγαμηνές από το έτος 939.

xviii.) Τα οστά του αγίου Νικολάου είναι ακόμη και σήμερα πηγή ανάδυσης ιερού μύρου;
Όπως σας είπα προηγουμένως, το άγιο μύρο είναι υγρό που σχηματίζεται ανάμεσα στα οστά του αγίου Νικολάου κατά τη διάρκεια του έτους. Συλλέγεται δημοσίως την εσπέρα της 9ης Μαΐου παρουσία Καθολικής και Ορθοδόξου αρχής. Η συλλεγόμενη ποσότητα μύρου είναι περίπου από μισό μέχρι και ένα λίτρο το μέγιστο, και δεν είναι καθόλου υφάλμυρο ή αλμυρό λόγω διείσδυσης θαλασσινού νερού (η Βασιλική του αγίου Νικολάου βρίσκεται περίπου ογδόντα μέτρα μακριά από τη θάλασσα). Εν τω μεταξύ, η κρύπτη είναι ερμητικά κλειστή. Αυτό το υγρό τοποθετείται σε μεγάλες φυάλες, ειδικές για αγιασμένο ύδωρ, και διανέμεται στους πιστούς και τους προσκυνητές που το ζητούν. Τέλος, οι επισκέπτες της Βασιλικής μένουν έκπληκτοι όχι μόνο από τα γλυπτα και τ’αρχιτεκτονικά αριστουργήματά της, αλλά αφήνονται να μεταφερθούν νοητά και ν’αναπνέυσουν τον άνεμο του οικουμενισμού. Ίσως σε καμία άλλη καθολική εκκλησία σε ολόκληρο τον κόσμο οι ορθόδοξοι δεν κινούνται τόσο ελεύθερα, όσο στον άγιο Νικόλαο του Μπάρι, εξυμνώντας τον καθημερινά.

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα αρχικά να ευχαριστήσω τον πατέρα ‘’Rosario Scognamiglio’’ (μέλος της Δομηνικανής αδελφότητας του αγίου Νικολάου του Μπάρι), για τη μοναδική ευκαιρία που μου έδωσε στο να γνωρίσω τον άγιο Νικόλαο του Μπάρι τόσο ως αγιοποιημένη υπόσταση, αλλά και ως συμβολική οντότητα. Οφείλω επίσης να ομολογήσω ότι χάρη σ’αυτήν την πρόσέγγιση δέχτηκα υψηλότατα πνευματικά ερεθίσματα, με συνέπεια μέσα από την εξιδανίκευσή τους να συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση νέων ιδεολογικών και ηθικών σφαιρών. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω τους μοναχούς της Δομηνικανής αδελφότητας, όπου κ’εκείνοι με τη συστηματική φιλοξενία που μου παρέχουν στο μοναστήρι τους, συμβάλλουν σημαντικά στη διαμόρφωση όλων αυτών των ατομικών αξιών.
Bari, luglio 2015
Γενική βιβλιογραφία
S. Nicola nelle fonti narrative greche, a cura di Maria Teresa Bruno; Vita di S. Nicola, p.17-49; ed. Centro Studi Nicolaiani Bari, anno 1985.
Rosario Scognamiglio – la traslazione di S. Nicola nelle fonti greche; discorso sulla traslazione delle relique di S. Nicola da Myra a Bari, p.139-147ed; Centro Studi Nicolaiani, Bari, anno 2010.
Nicolaus Studi Storici, vol. 26, anno 2003, fasc.1; P. Cesare Arezzo O.P. – bollettino di S. Nicola, anni 1952-2001, 50° dei Domenicani, p.7-8.
Nicolaus Studi Storici, vol. 34, anno 2007, fasc.1; Geraldo Ciofari – i pellegrini a San Nicola di Bari nella storia, p. 7-95.
Nicolaus Studi Storici, vol. 42-43, anno 2011, fasc.1-2; Giorgio Otranto – il cammino dell’angelo e di San Nicola, p. 13-26; Geraldo Ciofari – Giovanni Arcidiacono: l’historia translationis Sancti Nicolai nell’Europa medievale, p. 46-49, 58-59; Fabrizio Vona – il restauro e il progetto di ricomposizione dell’altare d’argento della basilica di San Nicola, p.217-220.
Nicolaus Studi Storici, vol. 44-45, anno 2012, fasc.1-2; Geraldo Ciofari – Bari città ecumenica, p. 7-8, 20, 22-23, 32-44, 49, 59, 69-70, 75, 77, 89-90, 107-108, 112-113, 119, 123-124, 133-141, 155-157.
Geraldo Ciofari – la basilica di S. Nicola a Bari, rivista ‘’Ca de Sass’’, n.103, p. 1-5; ed. Cariplo, anno 1988,
F.L. Bibbo, G. Ciofari, G. Dotoli, V.A. Melchiorre, L. Munafò, A. Saponara – gli argenti del tesoro di San Nicola, p. 17-56, ed. Schena Editore, anno 1986.
Ρενέ Γκρουσέ – Ιστορία των Σταυροφοριών, κεφ. Ι, ΙΙΙ, VII, XII, εκδ. Γκοβόστη.
H. De Glasenapp – Παγκόσμιος ιστορία των θρησκειών, σελ. 366-394, 448-456, 540-543, μετ. Νικηφόρου Βρεττάκου, εκδ. Βιβλιοαθηναϊκή.
Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου, τόμοι. 13, 14.
Επίτομον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν, εκδ. Πάπυρος.
Andrè Lalande – λεξικόν της φιλοσοφίας, τόμοι Ι έως IV, εκδ. Πάπυρος, έτος 1955.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου