Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Ο ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟ "ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ"


 Ο Βύρων Πολύδωρας μιλάει ξανά με την...πένα του. Με το νέο του βιβλίο "περί δημόσιου χρέους", όπως τονίζει ο ίδιος στον πρόλογό του, "...καταθέτω σκέψεις και θέσεις που μπορούν ίσως να είναι χρήσιμες στους ενδιαφερομένους να γεννήσουν πρωτογενείς ιδέες, για την ερμηνεία των φαινομένων και για την εφαρμογή προγραμμάτων λύτρωσης. Δεν γράφω προτάσεις. Κουράστηκα από τον πληθωρισμό των προτάσεων (δήθεν μετρημένων, κοστολογημένων και αναλογιστικών) που προβάλλονται με βεβαιότητα ως ορθές και αλάνθαστες, ενώ αποδεικνύονται εξακολουθητικά ως λαθεμένες και ανεφάρμοστες υποθέσεις και ιδεοληψίες. Κάθε λέξη μου εδώ (στο Α΄ και Β΄ μέρος του παρόντος πονήματος) είναι θέληση, είναι ειλικρίνεια, είναι ευχή και προσευχή για το πώς θα σωθούμε ως ελεύθεροι Έλληνες".
Δημοισεύουμε μερικά αποσπάσματα από το νέο έργο του Βύρωνα Πολύδωρα:
 
«…Ο φυσικός νόμος της ζωής και της οικονομίας ότι δάνεια εξυπηρετούνται και ποινές από αθέτηση όρων εκτελούνται μόνον εφ’ όσον επιζεί ο λαός σε μια χώρα δεν τηρείται στην περίπτωσή μας. Κρίνεται περιττός και άχρηστος μπροστά στην αυθεντία των τεχνοκρατών, που σκέφτονται και ενεργούν για το δίκιο και συμφέρον των δανειστών! Όμως, δεν νοείται καμμιά σωτηρία καμμιάς οικονομίας και κοινωνίας με ημιθανή ή πεθαμένο λαό. Αυτό είναι το
απόλυτο δόγμα κάθε διοίκησης, κάθε Ένωσης, Ευρωζωνικής ή Διεθνονομισματικής ή άλλης. Αυτή είναι η απόλυτη αλήθεια της Ιστορίας. Το σχήμα και η «πατέντα» του δανείου για να εξυπηρετηθεί προηγούμενο δάνειο είναι συνώνυμο του «άβυσσος άβυσσον επικαλείται» που έψαλλε ο προφητάναξ Δαυΐδ (Ψαλμός ΜΑ΄)…».

«…Αλλά εκείνο που με ενοχλεί περισσότερο είναι η τιμωρητική και πειραματική διαδικασία στην οποία από κοινού συμφώνου, κυβερνώντες και πιστωτές, της κυρίας Μέρκελ χωροστατούσης, έχουν εισαγάγει τον δύσμοιρο λαό. Κυβέρνηση και πιστωτές εναλλάσσονται στη διάπραξη λαθών. Αλλά τη ζημιά καλείται πάντα το ίδιο υποζύγιο να πληρώσει. Ο φτωχός λαός. Και όχι οι διαπράττοντες τα λάθη. Μετρούν και υπολογίζουν λάθος τα έσοδα, τις δαπάνες, την ύφεση, την ανάπτυξη, την ανεργία, τον τιμάριθμο και ούτω καθ’ εξής. Και επιμένουν στο λάθος. Συχνά ασκούνται σε σουρρεαλιστικές ή Πιραντελλικές ασκήσεις. Ομολογούν το λάθος και… το επαναλαμβάνουν. Κατά τα λοιπά οι «τεχνοκράτες» αξιώνουν σεβασμό. Σεβασμό και υπακοή! Έλεος!...».

«…Ο λαός χάνει το εισόδημά του με τις οριζόντιες και κάθετες «περικοπές», κοινώς πετσοκόμματα, χάνει το σπίτι του και την ιδιοκτησία του, με τους κεφαλικούς φόρους κοινώς και τουρκιστί «χαράτσια» επί των ακινήτων τους, που θυμίζουν τον «Varlik Vergisi», του τουρκικού «φόρου περιουσίας» του 1942, με τον οποίο οι ουδέτεροι στον πόλεμο Τούρκοι εδίωξαν μέχρις εξοντώσεως τους Έλληνες που πολεμούσαν και αντιστέκονταν και τους Εβραίους που οδηγούντο στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ο άνθρωπος όταν χάνει την περιουσία του με δημευτικούς φόρους, κατ’ ακολουθία χάνει και την ελευθερία του, γιατί το εισόδημα και η περιουσία δεν είναι απλώς και μόνον μέσα επιβίωσης. Είναι ουσιώδη συστατικά και στηρίγματα της ελευθερίας. Με τα ατελέσφορα πειράματά τους, στα οποία επιμένουν, οι «τροϊκανοί τεχνοκράτες» καλούν τον λαό να χάσει και τη λογική του…».

«…Αλλά εκεί που η κούφια αδολεσχία τους ξεχυλίζει, είναι όταν κηρύσσουν και ξανακηρύσσουν τον πόλεμο κατά της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς (υπαλλακτικώς μικτές έννοιες του ποινικού δικαίου), ενώ οι λίστες της Λαγκάρντ με τους 1991 εξαγωγείς συναλλάγματος στην Ελβετία, των ελεγχόμενων 32 ή 52 πολιτικών, των αποκτησάντων τα τελευταία χρόνια ιδιοκτησίες στο Λονδίνο, των 1700 (;) μεγάλων φοροδιαφευγόντων ή φοροκλεπτών – εδώ η λίστα υπήρξε «καρποφόρος», δεδομένου ότι συνέλαβαν 19 εκ. € έναντι 13 δισ. € (!) που είναι το σύνολον του ποσού της φοροδιαφυγής – των 54.000 υπόπτων φοροδιαφυγής και Κύριος οίδεν πόσες και ποιές άλλες λίστες ακόμη, υπνώττουν και φυλάσσονται σαν κρυμμένος θησαυρός σε κάποιο «πειρατικό» σεντούκι. Όντως, στη ρητορική τους περί κηρύξεως πολέμου κατά της διαφθοράς μοιάζουν σαν κάποιος να τους κουρδίζει σε αυτοσαρκασμό και αυτοειρωνεία…».

«…Πολλοί δρόμοι οδηγούν στη δουλεία. Ο πλατύτερος και πιο σκιερός και κατηφορικός, ο καλύτερος και ανύποπτος είναι ο δρόμος των δανεικών. Ένα στενό, ανηφορικό και δύσβατο μονοπάτι «πάει στη λευτεριά» που τραγουδά και ο Κύπριος αδελφός μας, ο ήρωας Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Είναι το μονοπάτι της αλήθειας, της αρετής και της θυσίας!...»

«…Στις «μέρες της κραιπάλης» λοιπόν κόντραρα το κακό. Σαν βιγλάτορας έβλεπα τα δεινά που φέρνει η ψεύτικη ζωή με δανεικά. Και καλούσα σε συναγερμό. Από την κεντρική «βίγλα» μου, το βήμα της Βουλής…».

Και παραθέτει αποσπάσματα από την εισήγησή του επί του Προϋπολογισμού του 2000:

«…για την ουσιαστική σύγκριση, πάντως, επικαλούμαι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Πρώτο, το δημόσιο χρέος. Η μεγάλη αγωνία για το δημόσιο χρέος κατάγεται, χρονολογείται από την πρώτη οκταετία του ΠΑΣΟΚ. Το δημόσιο χρέος από συστάσεως του νέου Ελληνικού κράτους μέχρι το 1980 ανήρχετο συνολικά στο ταπεινό ποσόν των 675 δισ. Το 1989 ανέβηκε στα 7,6 τρισ. Δηλαδή μέσα σε 8 χρόνια ακριβώς υπερδεκαπλασιάστηκε. Αλλά και για την αύξηση του δημόσιου χρέους κατά την τριετία 1990-1993 επιβάλλεται να εξηγηθούμε. Δεν αυξήθηκε το χρέος από υπαιτιότητα και κακοδιαχείριση των οικονομικών της ΝΔ, που διεκρίνετο άλλωστε από πνεύμα νοικοκυροσύνης και σφιχτής οικονομικής πολιτικής, αλλά, πρώτον, διότι η εξυπηρέτησή του είχε μετατεθεί από τις προηγούμενες χρήσεις για τότε (1990-1993), οπότε εξέπνεαν οι περίοδοι χάριτος των υπέρογκων δανείων που είχαν την προηγούμενη οκταετία συναφθεί και είχαν χρησιμοποιηθεί μάλιστα για καταναλωτικές δαπάνες. Και δεύτερον, διότι υπήρχε πρόσθετο χρέος που απεκρύπτετο, προερχόμενο κυρίως από καταπίπτουσες εγγυήσεις, το οποίο ανεκάλυψε και κατέγραψε η κυβέρνηση της ΝΔ, αποτυπώνουσα έτσι, ως όφειλε, την πραγματική κατάσταση. Δεν ήταν λοιπόν ούτε από το πουθενά, ούτε μια αιφνιδιαστική εικόνα, το μέγεθος του δημοσίου χρέους του 1993. Ήταν η «προίκα» της φοβερής δεκαετίας του ’80. «Προίκα» όχι μόνον για τις επόμενες χρήσεις, αλλά για τις επόμενες γενιές.  Αφιερωμένη ολοκληρωτικά και ιστορικά στο ΠΑΣΟΚ της πρώτης οκταετίας…».

«…η εξέλιξη των δαπανών του δημόσιου τομέα. Το 1980, παρά την ήδη βεβαρυμμένη κατάσταση, το ύψος των δαπανών του ευρύτερου δημόσιου τομέα ως ποσοστόν επί του ΑΕΠ ήταν 38,85%.  Το 1990 οι δημόσιες δαπάνες εκτινάχθηκαν στο ύψος του 66,26%. Σχεδόν εδιπλασιάσθηκαν.  Και το 1996 τα πράγματα επιδεινώθηκαν ακόμη περαιτέρω. Τις βλέπουμε να κατέχουν το εφιαλτικό ποσοστό του 79,14%. Από τότε μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε την τύχη τους. Γιατί η κυβέρνηση προτίμησε να μην αναγράφει τα στοιχεία στους προϋπολογισμούς του κράτους. Οι ΔΕΚΟ σήμερα δεν συντάσσουν καν ισολογισμούς και απολογισμούς.  Η κυβέρνηση διορίζει τις διοικήσεις των ΔΕΚΟ, οι ΔΕΚΟ κάνουν ό,τι θέλουν, με την ανοχή φυσικά και την ευθύνη της Κυβερνήσεως, και η διαχείρισή τους είναι στο απυρόβλητο, εκτός δημοσίου λογιστικού.  Αυτά για την αποκατάσταση των πραγμάτων, που έχει φυσικά την ηθική και πολιτική της σημασία…».

«…Και φέτος (1999) έχουμε αύξηση του δημοσίου χρέους της τάξεως των 2 τρισ. 682 δισ. και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ 115,4%. Μετά την αφαίρεση του περίφημου ενδοκυβερνητικού χρέους για τον κατά Μάαστριχτ υπολογισμό, η πρόβλεψη του 2000 είναι 103,9%.  Αξιοσημείωτο τυγχάνει το γεγονός ότι ενώ η διαφορά του ενδοκυβερνητικού χρέους, μεταξύ προβλέψεων 1999 και εκτελέσεως 1998, που ήταν 394 δισ., θα έπρεπε να βαίνει μειούμενη, βλέπουμε στην αποτύπωση προβλέψεων 2000 και εκτιμήσεων 1999 μια δραματική αύξηση της τάξεως των 536 δισ.  Οι πάντες γνωρίζουν όμως ότι το ενδοκυβερνητικό χρέος είναι υπαρκτό και αποτελεί πραγματικό βάρος στα δημοσιονομικά μιας χώρας έστω και αν λογιστικώς και για τον υπολογισμό των όρων του Μάαστριχτ εκπίπτει. Η αύξηση του δημόσιου χρέους και μάλιστα με κεφαλαιοποιούμενους τόκους που μετακυλίονται στις επόμενες χρήσεις και στις επόμενες γενιές αποτελεί δυναμίτιδα στα θεμέλια της εθνικής οικονομίας. Ήδη μέχρι σήμερα έχουν μεταφερθεί απλήρωτοι τόκοι 1.800 δισ. σε μελλοντικές χρήσεις. Το 1993 ο Ανδρέας Παπανδρέου από το βήμα αυτό είχε χαρακτηρίσει με δραματικό τόνο το δημόσιο χρέος ως τον ύστατο κίνδυνο που απειλούσε να εξαφανίσει τη χώρα, εάν αυτή δεν προλάβαινε να το εξαφανίσει. Σήμερα, έξι χρόνια μετά, το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να μεγαλώνει απειλητικά…».

Αντί επιλόγου, λέει:

«Έπειτα από 31 κοινοβουλευτικά χρόνια, με μάχες και ιδεολογικές συγκρούσεις, με αγώνες και αγωνίες, με ελάχιστες έστω χαρές και πολλές, πάμπολλες λύπες, σαν βλέπω τον συνάνθρωπό μου να χάνει τη δουλειά του ή να μην μπορεί να βρει δουλειά, να βάζει λουκέτο στο μαγαζί του, να μην μπορεί να τα βγάλει πέρα με το μισθό που του δίνουν και με τους φόρους που του βάζουν, να μην τον αφήνουν να κάνει την προσευχή του στον Χριστό, να νοιώθει σαν Ασιάτης στην πλατεία Ομονοίας, να μην μπορεί να γιορτάσει την 25η Μαρτίου ή την 28η Οκτωβρίου και σαν ταξιδεύω στην ύπαιθρο χώρα να τα βλέπω όλα χέρσα και έρημα, νοιώθω σαν τον πατέρα μου στην Μικρασία. Είχε νικήσει σ’ όλες τις μάχες ο ίδιος. Όμως ο πόλεμος είχε χαθεί. Άλλα όνειρα είχα για τον τόπο μου, για την πατρίδα μου, για τις παντιέρες που σήκωσα και που υπηρέτησα τίμια και με συνέπεια. Τότε, καρφώνεται επίμονα στο μυαλό μου το ποίημα του Κώστα Ουράνη (και το φιλμ του Θόδωρου Αγγελόπουλου) “Ταξίδι στα Κύθηρα”:
Τ’ ωραίο καράβι, έτοιμο στο χαρωπό λιμάνι…
…με τις παντιέρες του αλαφριές στην ανοιξιάτικη αύρα
και τ’ Όνειρό μας στο χρυσό πηδάλιο καθισμένο,
μας πήρε για τα Κύθηρα, τα θρυλικά, όπου μέσα…
…Μα το ταξίδι είταν μακρύ κ’ η χειμωνιά μας βρήκε!…
…το πλοίο απόμεινε ακυβέρνητο στο κύμα τ’ αφρισμένο
με το φτωχό μας Όνειρο στην πρύμνη πεθαμένο».

Τέλος, ο Βύρων Γ. Πολύδωρας, έχει παραθέσει στην αρχή του βιβλίου του έναν πολλά σημαίνοντα στίχο του Νίκου Εγγονόπουλου, από την «Κοιλάδα με τους Ροδώνες»:
«τί δυστυχία οι τεχνοκράτες
μέσα στην τύφλα απ’ ολούθε που τους περιζώνει
να παραμένουνε
στις κούφες πεποιθήσεις (;) τους
ισχυρογνώμονες, πεισματωμένοι, γινατζήδες…»
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου